Τύχη & Έρωτας


Ο Bukowski είχε πει πως η αγάπη είναι απλώς το αποτέλεσμα μιας τυχαίας συνάντησης και είχε δίκιο.

“Πώς μπορείς να λες ότι αγαπάς ένα άτομο, όταν υπάρχουν δέκα χιλιάδες άνθρωποι στον κόσμο που θα αγαπούσες περισσότερο αν ποτέ τους γνώριζες; Αλλά ποτέ δε θα τους γνωρίσεις. Εντάξει, άρα κάνουμε το καλύτερο που μπορούμε. Δεκτό. Όμως και πάλι πρέπει να συνειδητοποιήσουμε πως η αγάπη παραμένει το προϊόν μιας τυχαίας συνάντησης”.

Δεν καταλήγουν όμως όλες οι τυχαίες συναντήσεις στην αγάπη ή σε μια σχέση, άρα δεν αρκεί μόνο αυτό. Ωστόσο το να παραβλέψουμε τη σημασία του πανίσχυρου παράγοντα της εγγύτητας θα ήταν επίσης αφελές.

Αν παρατηρήσετε τα γνωστά σας ζευγάρια θα δείτε πως πριν καταλήξουν μαζί χρειάστηκε θέλοντας και μη να συνυπάρχουν συχνά στον ίδιο χώρο, είτε αυτό είναι κοινή δουλειά ή οτιδήποτε άλλο.

Η εγγύτητα προσφέρει τον χρόνο που απαιτείται ώστε η παρουσία κάποιου να καταστεί γνώριμη και οικεία. Αυτομάτως οι άμυνες πέφτουν, υπάρχει μια χαλαρότητα που σε κάνει πιο δεκτικό στο φλερτ του άλλου. Δεν πρόκειται, για παράδειγμα, για κάποιον ξένο που σε προσεγγίζει σε ένα απρόσωπο μπαρ.

Η εγγύτητα οδηγεί στην οικειότητα. Η οικειότητα ενδεχομένως σε κάτι πιο ερωτικό.

Πρόκειται για το «φαινόμενο της απλής έκθεσης».

Η συστηματική έκθεση σε κάτι αρκεί να προκαλέσει την προτίμηση και την αρεσκεία μας. Το πραγματικά ενδιαφέρον στοιχείο της έρευνας είναι πως η έκθεση αυτή δε χρειάζεται καν να είναι συνειδητή (Zajonc, 1980).

Η ωμή αλήθεια στο τέλος είναι πως επιλέγουμε ανθρώπους που βρίσκονται κοντά μας γιατί βολεύει. Αυτό φυσικά ενέχει τον κίνδυνο να συμβιβαστείς με κάτι λιγότερο από αυτό που σου αξίζει.

Φυσικά υπάρχουν κι άλλοι παράγοντες που παίζουν τον ρόλο τους, όπως

  • η εξωτερική εμφάνιση
  • η ομοιότητα (“τα ετερώνυμα έλκονται” είναι ίσως ο μεγαλύτερος μύθος στον τομέα των ανθρώπινων επαφών) και
  • η αμοιβαιότητα (επιθυμούμε περισσότερο άτομα που ανταποκρίνονται ήδη στο ενδιαφέρον μας, καθώς αυτό μας ενθαρρύνει να συνεχίσουμε)

Όλα όμως ξεκινούν, χάρη στην εγγύτητα, με εκείνη την πρώτη τυχαία συνάντηση και γνωριμία.

Κατά πόσο όμως μια συνάντηση είναι όντως τυχαία;


Ένα Ιαπωνικό Παραμύθι

Κάποτε καθώς ένα μικρό αγόρι γύριζε σπίτι του συνάντησε έναν γέρο άντρα να τον περιμένει κάτω από το σεληνόφως. Ο μυστηριώδης άντρας έδειξε στο αγόρι ένα κορίτσι και του είπε πως τους ένωνε ένα κόκκινο νήμα και πως ήταν γραφτό του να το παντρευτεί. Το αγόρι μην έχοντας καμία όρεξη για γάμους στη νεότητά του άρπαξε μια πέτρα, την πέταξε στο κορίτσι κι έτρεξε μακριά.

Χρόνια μετά, όταν το αγόρι έγινε άντρας, οι γονείς του κανόνισαν για αυτόν έναν γάμο. Τη νύχτα του γάμου η σύζυγός του τον περίμενε στην κρεβατοκάμαρα με το παραδοσιακό βέλο να καλύπτει το πρόσωπό της.

Ο άντρας το παραμέρισε και αντίκρισε την απαράμιλλη ομορφιά της γυναίκας. Η μόνη ατέλεια ήταν ένα σημάδι πάνω από το φρύδι. Όταν ο άντρας τη ρώτησε πώς απέκτησε την ουλή η γυναίκα του είπε πως πριν αρκετά χρόνια, όταν και η ίδια ήταν παιδί, ένα μικρό αγόρι της είχε πετάξει μια πέτρα.

Ο ιαπωνικός λαός έχει μια λέξη για την ασυγκράτητη συμπαντική δύναμη που ενώνει δύο ανθρώπους, αυτό που διαφορετικά ονομάζουμε πεπρωμένο.

Yuan fen

Η λαογραφία της ανατολής περιγράφει με τρόπο μαγικό και ποιητικό αυτό τον αναπόφευκτο και άρρηκτο δεσμό.

Αν παρατηρήσουμε ένα ανατομικό μοντέλο του κυκλοφορικού συστήματος θα προσέξουμε πως μια από τις αρτηρίες της καρδιάς συνεχίζει ανεμπόδιστα χωρίς διακλαδώσεις μέχρι το μικρό δάχτυλο του δεξιού μας χεριού.

Σύμφωνα με την ιαπωνική παράδοση αυτή η γραμμή δε σταματάει εκεί αλλά συνεχίζει σε ένα αόρατο μεταφυσικό νήμα που συνδέει τις καρδιές μας με τις καρδιές άλλων ανθρώπων.

Οι Ιάπωνες την αποκαλούν κόκκινη κλωστή της μοίρας.

Η κλωστή αυτή μπορεί να πάλλεται σαν χορδή κιθάρας, να μπλέκεται σε κόμπους και να γίνεται κουβάρι, να τεντώνεται και να μαζεύει. Δεν μπορεί όμως ποτέ να κοπεί.

Εν γνώση τους ή μη, δύο άνθρωποι που συνδέονται με αυτόν τον τρόπο θα είναι πάντα ενωμένοι, προορισμένοι να καταλήξουν μαζί.

Ανεξαρτήτως χρόνου ή απόστασης, οι δρόμοι τους θα διασταυρώνονται ξανά και μοιραία στο μέλλον.


Μια Προσωπική Ιστορία

Πάντα είχα τον τρόπο να βλέπω τα πράγματα ποιητικά, σαν να ήμουν ο ήρωας ενός βιβλίου και η ζωή μου προχωρούσε με το ξεφύλλισμα των σελίδων του.

Έστρεφα την προσοχή μου στα σπουργίτια που ξεκουράζονταν στα καλώδια της ΔΕΗ και παρομοίαζα τη διάταξή τους με μουσικές νότες σε πεντάγραμμο.

Σήκωνα τα μάτια μου σε ένα μισό κι ανολοκλήρωτο φεγγάρι και η εναρκτήρια πρόταση ενός διηγήματος ξεπηδούσε στο μυαλό μου.

Ήμουν ο ήρωας της ιστορίας μου, μα ταυτόχρονα και αφηγητής.

Χρησιμοποιούσα μια γλώσσα λογοτεχνική για να περιγράψω τον κόσμο γύρω μου και κατά έναν τρόπο τον ομόρφαινα, μα παράλληλα γινόμουν πιο ευάλωτος στην τραγικότητα της ύπαρξης.

Ερμήνευα συμπτώσεις και αφηγούμουν τυχαία κι ασύνδετα μεταξύ τους γεγονότα σαν να ενείχαν κάποιο νόημα παραπάνω. Όλα γίνονταν για κάποιο λόγο.

Ήταν αυτό που ο Carl Jung αποκαλούσε συγχρονικότητα ή αόρατο κοσμικό ιστό· όταν βρίσκεσαι στο σωστό μέρος τη σωστή στιγμή, όταν το σύμπαν ψιθυρίζει μυστικά στο αυτί σου.

Έτσι, όταν είδα την πρώτη μου αγάπη μετά από έξι χρόνια ξαφνικά να βγαίνει από τον σταθμό του μετρό στην Αττική κι έμαθα πως εν αγνοία μου τόσον καιρό έμενε μόλις λίγες δεκάδες μέτρα μακριά μου, σκέφτηκα πως αυτό πρέπει κάτι να σημαίνει.

Το σύμπαν έστελνε τα απαραίτητα σημάδια, έριχνε ξανά τον έναν στον δρόμο του άλλου. Μας χώριζαν μόνο οι γραμμές του προαστιακού, μα το εξέλαβα σαν μια κοσμική αλληγορία.

Σαν να μας έλεγε το σύμπαν πως εκπλήρωσε τον ρόλο του και πια ήταν στα χέρια τα δικά μας να καλύψουμε τη λίγη απόσταση που απέμενε.

Και ξανά, πώς θα μπορούσα να αγνοήσω σε κάποια άλλη φάση της ζωής μου την απροσδόκητη συνάντηση στον τέταρτο όροφο ενός εκδοτικού οίκου.

Ήταν ο μόνος οίκος που παρουσιάστηκα αυτοπροσώπως για να καταθέσω το πρώτο μου χειρόγραφο, ένα βιβλίο που προετοιμαζόταν μέσα μου μια ολόκληρη ζωή.

Από την άλλη πόσες αποφάσεις είχαν παίξει τον ρόλο τους για να βρίσκεται κι εκείνη εκεί, εκείνη τη στιγμή. Το σαστισμένο βλέμμα της κοπέλας αριστερά μου με διαπέρασε σαν να αναγνώριζε μια θύμηση από προηγούμενη ζωή ή μια αδελφή ψυχή.

Οι Ιάπωνες έχουν μια λέξη ακόμα και γι’ αυτό.

Koi no Yokan

Είναι αυτή η απερίγραπτη αίσθηση που έχεις, όταν γνωρίζεις κάποιον για πρώτη φορά, πως μια μέρα θα τον ερωτευτείς.

Όταν αργότερα έμαθα πως, χωρίς να το ξέρω, γνώριζα ήδη αυτή την κοπέλα, κάθε απόπειρα να περιγράψω την έκπληξή μου θα ωχριούσε μπροστά στη φαντασία και τη μαεστρία της πραγματικότητας.

Είχα μια φωτογραφία της στο οικογενειακό μου άλμπουμ από τα τρίτα μου γενέθλια, από τη βεράντα μου έβλεπα την αυλή που επισκεπτόταν κάποια από τα καλοκαίρια της.

Αυτή η συνάντηση, έλεγα, δεν μπορεί να είναι απλώς το προϊόν μιας αδιάφορης τύχης.


Ετοιμότητα

Τι είναι όμως τύχη; Σύμφωνα με τον Σένεκα “τύχη είναι όταν η προετοιμασία συναντά την ευκαιρία”.

Καμία από τις δύο γυναίκες δεν αποτέλεσε έστω για λίγο μέρος της ζωής μου με τον τρόπο που ποθούσα.

Έπειθα τον εαυτό μου πως είμαι άτυχος, αλλά φυσικά ήταν ψέμα.

Το σύμπαν είχε συνωμοτήσει υπέρ μου ήδη πολλές φορές.

Η ευθύνη βάραινε εξ ολοκλήρου εμένα τον ίδιο.

Δεν ήμουν άτυχος.

Ήμουν απροετοίμαστος.

Στερούμουν ακόμα τότε την ικανότητα να χειριστώ σωστά, με υπομονή, αυτοπεποίθηση και στωικότητα, την κατάσταση.

Δε διέθετα το συναισθηματικό λεξιλόγιο, την απαραίτητη αυτογνωσία και το θάρρος. Δεν είχε καλλιεργηθεί μέσα μου η σιγουριά για την αξία μου. Δεν είχα μάθει ακόμα να αγαπάω τον εαυτό μου.

Στο κατώφλι της ύπαρξης δε με εξόπλισαν με τα απαραίτητα εφόδια για ευτυχία. Όλα αυτά χρειάστηκε να τα μάθω μόνος μου.

Οι ανασφάλειες και ο φόβος, στην ουσία η ανάγκη μου να αγαπηθώ, κέρδισαν την καλύτερη πτυχή του εαυτού μου κι έδιωξα μακριά αυτό που ήθελα κυνηγώντας το αντί να του δώσω χώρο και να του επιτρέψω να έρθει σε μένα.

Ασυνείδητα σαμπόταρα την ευκαιρία μου για ευτυχία και αναρωτιόμουν γιατί.

Στον αντίποδα γνωρίζω άτομα που διαπρέπουν στον τομέα των ανθρωπίνων σχέσεων και όταν τους ρωτάς τι κάνουν σωστά δεν ξέρουν να απαντήσουν. Είναι κάτι που έχει εντυπωθεί βαθιά μέσα τους. Αποτελεί βίωμα και βγαίνει αβίαστα.

Η απάντηση είναι πως ήταν τυχεροί να γεννηθούν από γονείς που αγαπιούνται ισότιμα και δεν ντρέπονταν να το δείξουν, από γονείς που ήταν πάντα εκεί γι’ αυτούς, που τους συμπεριφέρονταν με κατανόηση, σεβασμό και αποδοχή.

Αυτοί οι άνθρωποι δε γνωρίζουν κάποια απάντηση γιατί πολύ απλά δε χρειάστηκε ποτέ να τη μάθουν. Είχε ήδη ενσταλαχτεί μέσα τους υποσυνείδητα από τα πρότυπα που είχαν στη ζωή. Δε χρειαζόταν να την αρθρώσουν, γιατί ήδη τη ζούσαν.

Ήταν κι ένιωθαν ασφαλείς. Τους είχαν εμφυσήσει τη δύναμη της εμπιστοσύνης.

Αν εγώ γράφω αυτές τις λέξεις κι αν κάνω αυτές τις σκέψεις είναι επειδή αναγκάστηκα, διότι η εναλλακτική μου ήταν ζοφερότερη από τον πόνο και τη θυσία που απαιτεί ο δρόμος της ωρίμανσης και της εξατομίκευσης.

Ο αγώνας για τον οποίο είμαι περισσότερο περήφανος δόθηκε μέσα μου.

Ξέρω πως κανείς δεν έχει τέτοια υποχρέωση, αλλά νιώθω πως όλη αυτή η προσπάθεια απλώς για να γίνω ένας συγκροτημένος και φυσιολογικός άνθρωπος, κάποια στιγμή θα πρέπει να εκτιμηθεί.

Γιατί η αλήθεια είναι πως δε μας προετοίμασαν όλους για αγάπη.

Το τραγικό είναι πως αυτοί που είναι δυσκολότερο να τους αγαπήσεις, είναι αυτοί ακριβώς που την έχουν περισσότερο ανάγκη.

Για αυτό ας είμαστε όσο μπορούμε ευγενικοί κι ανεκτικοί, γιατί δεν ξέρουμε τι μάχη δίνει ο καθένας μέσα του.

Όπως γράφει ο F.S. Fitzgerald στον Μεγάλο Γκάτσμπυ:

“Όταν βιάζεσαι να κατακρίνεις κάποιον, θυμήσου πρώτα ότι δεν είχαν όλοι τις ίδιες ευκαιρίες που είχες εσύ στη ζωή.”


Τελευταίες Σκέψεις

Μια ορθολογική ματιά, όπως αυτή του Bukowski, που φλερτάρει με τα όρια του κυνισμού, ξεγυμνώνει τον έρωτα, τον απομαγικοποιεί και τον μειώνει σε μια μαθηματική φόρμουλα. Μας κάνει να πιστεύουμε πως δεν είναι τίποτα το ιδιαίτερο. Έτσι αδιαφορούμε για όλα αυτά τα σημάδια και χάνουμε το κίνητρο και τον ενθουσιασμό μας. Τίποτα δεν έχει νόημα και όλα είναι τυχαία.

Από την άλλη μια αθεράπευτα ρομαντική νοοτροπία αιθεροβατεί και δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα. Δημιουργεί μη ρεαλιστικές προσδοκίες και καταλήγει να μας πληγώνει. Ωστόσο είναι αυτό που παράλληλα μας δίνει δύναμη να προσπαθούμε και να ελπίζουμε.

Οπότε τι επιλέγουμε;

Ο Einstein είχε πει πως υπάρχουν δύο τρόποι να βλέπεις τα πράγματα: είτε πως τίποτα δεν είναι θαύμα, είτε πως όλα είναι. Δεν πρόκειται για πείσμα, άγνοια ή εθελοτυφλία, αλλά για συνειδητή επιλογή του δεύτερου έχοντας πλήρη γνώση του πρώτου. Απαιτεί αυτό που ο Kierkegaard αποκαλεί ένα άλμα πίστης (leap of faith).

Επομένως αυτό που χρειάζεται είναι ένα πάντρεμα των δύο, ώστε να προκύψει μια νηφάλια αλλά και δημιουργική θέαση του έρωτα, αυτό που λέγεται ρομαντικός ρεαλισμός, και να επέλθει μια ώριμη ισορροπία,

  • ώστε να είμαστε σε θέση να χαιρόμαστε τη μαγεία και την ποίηση χωρίς να χάνουμε επαφή με την πραγματικότητα
  • ώστε να καταλάβουμε ότι η αγάπη είναι υπέροχη, αλλά απαιτεί επίσης σκληρή δουλειά και δε θα λύσει ως δια μαγείας όλα μας τα προβλήματα
  • ώστε να βλέπουμε στο ταίρι μας την αδελφή ψυχή μας χωρίς όμως να αγκιστρωνόμαστε με τρόπο ασφυκτικό νιώθοντας πως αν τη χάσουμε χάνουμε τον κόσμο
  • ώστε να συνειδητοποιήσουμε πως δεν υφίσταται ο τέλειος σύντροφος, πως όλοι είμαστε ατελείς αλλά και γι’ αυτό το λόγο μοναδικοί, κι έτσι μειώνοντας τις απαιτήσεις μας να αρχίσουμε να εκτιμούμε και να κατανοούμε
  • ώστε να δημιουργούμε την τύχη μας αντί να πιστεύουμε πως απλώς προκύπτει και δεν έχουμε καμία δύναμη πάνω της.

Στην πρωτότυπη εκδοχή της Ωραίας Κοιμωμένης, αφού η πριγκίπισσα τρύπησε το δάχτυλό της και έπεσε σε βαθύ ύπνο εκατό χρόνων, πυκνά αγκαθωτά βάτα τριανταφυλλιάς περικύκλωσαν τα τείχη του βασιλείου, εμποδίζοντας την είσοδο σε κάθε επίδοξο ιππότη, τίμημα που πλήρωναν με την ίδια τους τη ζωή.

Όταν όμως το πλήρωμα του χρόνου ήρθε, ο δρόμος άνοιξε μόνος του για τον πρίγκιπα που ήξερε να περιμένει, που ήταν εναρμονισμένος κι αφουγκραζόταν τα σημάδια, περνώντας αλώβητος από τα αγκάθια και ξυπνώντας με το φιλί του το βασίλειο.

Ο Rollo May διακρίνει αυτό το είδος υπομονής από την παθητική εγκαρτέρηση, γιατί δεν είναι χρόνος που απλώς περνά, αλλά αναμονή για τον ερχομό της σωστής ώρας, όπως περιμένεις ένα φρούτο να ωριμάσει πριν το φας.

Η λέξη ώρα και ωραίος στα αρχαία ελληνικά είναι ομόρριζες, πράγμα που υποδηλώνει πως κάτι είναι ωραίο όταν γίνεται στην ώρα του κι όχι βεβιασμένα. Οι έννοιες συνοψίζονται στην λέξη καιρός.

Οπότε πώς γνωρίζεις ότι κάτι είναι έτοιμο, πως έχει φτάσει ο καιρός;

Η απάντηση είναι όταν εσύ είσαι έτοιμος.

Η προετοιμασία είναι αυτό που μετατρέπει το παθητικό “περίμενε” σε δημιουργική υπομονή.

Αντί να περιμένεις να αγαπηθείς, ξεκινάς αγαπώντας πρώτα τον εαυτό σου. 

Αντί να περιμένεις τον ιδανικό σύντροφο, αποφασίζεις να γίνεις ο ιδανικός σύντροφος.

Έτσι ξεκινά να αλλάζει η τύχη σου στον έρωτα.