Στα Ψέματα


Αυτή τη φορά ο Ορέστης ξύπνησε καταμεσής της νύχτας από τις φωνές τους.

Τους άκουγε να τσακώνονται στην κουζίνα, η μητέρα του να τσιρίζει και να σπάει πιάτα, ο πατέρας του να λέει συγχώρα με και να κλαίει. Δεν έκαναν καμία προσπάθεια να συγκρατήσουν τους εαυτούς τους. Λες και δεν ήταν ήδη πολύ αργά, λες και δεν κοιμόντουσαν πέντε μέτρα πιο πέρα τα παιδιά τους. Δεν ήξερε αν ο αδερφός του στο κάτω κρεβάτι της κουκέτας που μοιράζονταν είχε κι αυτός ξυπνήσει. Συνήθιζε να κάνει βαθύ ύπνο. Ίσως προσπαθούσε να τους αγνοήσει. Ο αδερφός του ήταν μικρότερος, είχαν διαφορά σχεδόν δυο χρόνια, και όταν έκλεινε τα μάτια του έπεφτε σε κώμα. Ο Ορέστης δεν πίστευε πως ήταν δυνατόν κάποιος να αποκοιμιέται τόσο γρήγορα. Του μιλούσε και δεν απαντούσε και νευρίαζε, γιατί πίστευε πως τον κορόιδευε. Μα ο αδερφός του ήταν έτσι και στον ξύπνιο του. Του έλεγες να κάνει κάτι και το ξέχναγε. Του μίλαγες και σε αγνοούσε. Μόνιμα αφηρημένος και συνειδησιακά απών. Όπως τότε, εκείνο το σαββατιάτικο πρωινό του χειμώνα που είχαν ανάψει παρέα τη σόμπα πετρελαίου και κάθισαν να δουν παιδικά στην τηλεόραση. Πάνω στη σόμπα ήταν ξεχασμένα λίγα ρούχα που στέγνωνε το προηγούμενο βράδυ η μητέρα τους. Τα ρούχα άρπαξαν φωτιά και ο αδερφός του καθόταν δίπλα στη φωτιά και δεν έδωσε καμία σημασία.

Ο Ορέστης γύρισε πλευρό, κουλουριάστηκε, τράβηξε ψηλότερα την κουβέρτα. Προσπάθησε να κοιμηθεί. Ο καυγάς συνέχιζε. Έχωσε το κεφάλι του κάτω από το μαξιλάρι. Αν οι γονείς του δεν ωρύονταν στην κουζίνα, πιθανότατα πάλι θα δυσκολευόταν να κοιμηθεί. Έκανε χάλια ύπνο τον τελευταίο καιρό. Στριφογύριζε, πεταγόταν ιδρωμένος, βασανιζόταν από εφιάλτες, μετά βίας κοιμόταν πάνω από τρεις ώρες. Κάποια βράδια δε κοιμόταν καθόλου. Ξάπλωνε στο πλάι με την πλάτη στον τοίχο και μάζευε τα πόδια μέχρι το στήθος. Κουκουλωνόταν με τα σκεπάσματα κι έμενε ακίνητος· να μην ακούγεται το θρόισμα του σεντονιού, να μην τον προδίδει η κίνηση της ανάσας. Στον ύπνο του έβλεπε ότι τον κυνηγούν ή ότι ζωύφια σκαρφαλώνουν στην πλάτη του· αράχνες, που τις έτρεμε, μαλλιαρές με μαύρα μάτια και δαγκάνες. Άλλες φορές έβλεπε ότι πέφτει. Έτρεχε ως την κορυφή μιας θεόρατης σκάλας και πηδούσε κι έπεφτε και μετά σκαρφάλωνε ξανά και πηδούσε και μετά ξανά χωρίς να μπορεί να σταματήσει. Και ότι του πέφτουν τα δόντια έβλεπε ή ότι φυτρώνουν καινούργια και γεμίζουν το στόμα του και μπουκώνεται και πνίγεται. Οι εφιάλτες δραπέτευαν στο δωμάτιό του, όταν δεν κοιμόταν. Έβλεπε μορφές στο ημίφως, άκουγε τριξίματα από το καθιστικό. Νόμιζε ότι κάποιος έκοβε βόλτες στο μπαλκόνι και προσπαθούσε να διαρρήξει το σπίτι. Ο Ορέστης ήταν έξι χρονών. Άλλο ένα πιάτο έγινε κομμάτια στο δίπλα δωμάτιο. Δεν άντεξε άλλο.

«Θα σταματήσετε καμιά φορά να κοιμηθούμε επιτέλους;»

Στην κουζίνα βασίλεψε απότομη σιωπή. Οι σκιές που απλώνονταν κάτω από τη χαραμάδα της πόρτας πάγωσαν ασάλευτες. Για λίγα δευτερόλεπτα είχε πολύτιμη ησυχία. Ο Ορέστης διέκρινε ξανά τον χτύπο του ρολογιού, το κρώξιμο ενός κόκορα και το κοπάνημα μιας λυγερής λαμαρίνας από το φύσημα του αέρα κάπου έξω. Ύστερα η πόρτα μισάνοιξε. Ο Ορέστης παρέμεινε κουκουλωμένος. Οι γονείς του μπήκαν στο δωμάτιο. Τους πήρε περισσότερη ώρα απ’ όση χρειάζεται για να φτάσουν το κρεβάτι του. Τέντωσαν τα χέρια τους και τον χάιδεψαν πάνω από την κουβέρτα. Ο Ορέστης δεν ανταποκρίθηκε. Ψιθύρισαν το όνομά του. Του είπαν να μην ανησυχεί, πως όλα είναι μια χαρά. Υποστήριξαν πως έκαναν πρόβα για μια θεατρική παράσταση που θα ανέβαινε στην πλατεία του χωριού, πως δεν τσακώνονταν πραγματικά.

«Στα ψέματα» είπαν.

Ο Ορέστης δεν τους πίστεψε. Χωμένος κάτω από τα σκεπάσματα τους ρώτησε γιατί δεν είχαν πει τίποτα και γιατί διάλεξαν τη συγκεκριμένη από όλες τις ώρες για να κάνουν πρόβα. Οι δικαιολογίες τους επίσης δεν τον έπεισαν. Είχε άλλωστε καταλάβει τα πάντα. Οι χαμηλόφωνοι διάλογοι του πατέρα του από τη δεύτερη τηλεφωνική συσκευή στο υπνοδωμάτιό του. Η υπερβολική του αντίδραση, όταν για πλάκα ο Ορέστης είπε πως είχε γκόμενα. Το γεγονός ότι τον έβγαζε τρελό και ψεύτη. Από την άλλη η ξαφνική απόφαση της μητέρας του να βάψει τα μαλλιά της κόκκινα για να μοιάζουν με της φίλης της, με την οποία από τότε είχε ξεκόψει τόσο απότομα και φαινομενικά χωρίς εξήγηση. Ο τσακωμός ήρθε μόνο σαν επιβεβαίωση.

«Καλά» τους είπε. «Τώρα φύγετε να κοιμηθώ». Έκλεισε τα μάτια του. Δεν κατάφερε να κοιμηθεί.

Την επόμενη μέρα άνοιξε τη συρόμενη πόρτα του δωματίου του. Η μητέρα του έτρωγε μια φρυγανιά με αργές, ανόρεχτες κινήσεις πάνω από τον νεροχύτη και ατένιζε με ένα απύθμενο βλέμμα από το παράθυρο της κουζίνας. Στο περβάζι ο αχνιστός καφές της θόλωνε το τζάμι. Η βρύση έσταζε σε ένα ξεχειλισμένο κατσαρόλι. Παρατήρησε πως έλειπε η διακοσμητική γυάλα από θολό μπλε γυαλί από τη σιδερένια βάση της. Υπέθεσε ότι ήταν ένα από τα πράγματα που έγιναν θρύψαλα χτες. Ήταν δώρο της φίλης της μητέρας του. Στον καναπέ είδε ένα μαξιλάρι κι ένα πάπλωμα. Άκουσε το καζανάκι και ο πατέρας του βγήκε από το μπάνιο φορώντας ήδη τα ρούχα της δουλειάς. Πριν φύγει έδωσε ένα φιλί στον Ορέστη και τον Αντρέα στο μάγουλο, ενώ κάθονταν για πρωινό, αλλά δε φίλησε τη μητέρα τους, όπως συνήθιζε. Ο Ορέστης το παρατήρησε. Παρατήρησε επίσης λίγο αφρό ξυρίσματος πίσω από το αυτί του, αλλά δεν είπε τίποτα. Την ίδια μέρα, κι ενώ ο πατέρας τους έλειπε, ο αδερφός του επισκέφθηκε το σπίτι τους. Κάθισαν στη βεράντα με τη μητέρα του και κουβέντιασαν για ώρα. Ο θείος τους ποτέ δεν είχε κάνει μια απλή επίσκεψη κοινωνικού χαρακτήρα, πράγμα που ανάγκασε τον Ορέστη να υποθέσει τη σοβαρότητα της κατάστασης.

Όσο οι μέρες περνούσαν και οι γονείς του δεν έκαναν πρόβα τα λόγια τους ξανά και καμία παράσταση δεν ανέβαινε στην πλατεία του χωριού, τόσο ο Ορέστης βεβαιωνόταν πως είχε δίκιο. Όταν σκόπιμα μετά από βδομάδες τους ρώτησε πότε θα γίνει η παράσταση, είχαν και οι ίδιοι ξεχάσει το ψέμα. Καιρό μετά, αφού όλα αυτά είχαν τελειώσει, ο Ορέστης ξεφυλλίζοντας ένα οικογενειακό άλμπουμ βρήκε μια φωτογραφία κομμένη στα δύο. Η φωτογραφία απεικόνιζε μόνο τη μητέρα του με τα βαμμένα κόκκινα μαλλιά της. Τώρα τα είχε ξανθά. Ο Ορέστης θυμόταν το πρόσωπο που πόζαρε μαζί της, πριν κοπεί και πεταχτεί στα σκουπίδια. Ήταν η φίλη της μητέρας του.

Όπως γίνεται συνήθως, το σκηνικό είτε ξεχάστηκε με τον καιρό είτε όλοι υποκρίνονταν πως δε συνέβη ποτέ. Όταν μετά από δεκαετίες ο Ορέστης θα ανέφερε το περιστατικό στην ψυχολόγο του, θα παραδεχόταν πως αυτό που θυμάται ακόμα και τον ενοχλεί και τον πληγώνει δεν ήταν ούτε οι ενοχές που του δημιουργούσαν όταν ξεμπρόστιαζε τα ψέματά τους, ούτε το γεγονός πως στα έξι του χρόνια, αντί να νιώθει ήρεμος και ασφαλής, τον κυρίευε ο φόβος και ο πανικός, γιατί σκεφτόταν ότι οι γονείς του θα χώριζαν και θα έπρεπε να επιλέξει έναν από τους δύο.

Αυτό που πονούσε περισσότερο ήταν η προσβολή της νοημοσύνης του.