Το Παράθυρο

Άσυλο Λίερ

Κομητεία Μπάσκερουντ

Φθινόπωρο 1985

 

Οι χρυσές λωρίδες του μελιού, που δημιουργούσαν ξέθωρες ανταύγειες καθώς έπεφταν νωχελικά από το κουτάλι του και μπερδεύονταν με την παχιά, ξινή γιαούρτη του, πάντα τον εντυπωσίαζαν. Θεωρούσε πως τα σχήματα που δημιουργούσαν καθώς αναδεύονταν από τον ίδιο μέσα στο πλαστικό κύπελλο ήταν μια μοναδική καλλιτεχνική σύλληψη· ένα ταλέντο που δεν είχε επιδείξει παρά μόνο σπασμωδικά στην παιδική του ηλικία· μια πλευρά του εαυτού του που είχε καιρό να θυμηθεί· μια καλλιτεχνική κλίση που αν και ποτέ δε καλλιεργήθηκε, το ήξερε πως πάντα βρισκόταν κάπου μέσα του. Και το σημαντικότερο; Είχε τη διαύγεια να τη δημιουργήσει. Ή ήταν φυσικά τόσο χαμένος στον κόσμο του που μόνο αυτός θα μπορούσε να θεωρήσει τέχνη το ανακάτεμα ενός γιαουρτιού. Όπως καλλιτεχνική θεωρούσε εκείνη τη στιγμή και τη λεπτομέρεια που στόλιζε το πάτωμα του δωματίου του, δύσκολο να τη διακρίνεις μεν πάνω στο σκούρο χρώμα του δαπέδου. Μια μικρή ξεραμένη σταγόνα αίματος, ήθελε να πιστεύει αφημένη σκόπιμα για να του θυμίζει ορισμένα πράγματα. Η μνήμη του όμως παίζει πολλά παιχνίδια όσο περνάει ο χρόνος, έτσι δεν μπορούσε να πει με απόλυτη σιγουριά ποια ήταν αυτά. Η αλήθεια είναι δε θυμόταν καν αν αυτό ήταν δικό του αίμα. Ή αν ήταν κιόλας αίμα εξαρχής. Όποιου και να ήταν πάντως, αυτό που τον ένοιαζε τώρα ήταν μόνο το πρόσωπο, τουλάχιστον έτσι φάνταζε στα μάτια του, που ζωγράφισε με το μέλι στο λευκό κρεμώδες κάδρο που κρατούσε στο δεξί του χέρι. Τότε άλλαξε τη λαβή του κι έπιασε το κουτάλι σαν να κρατάει στιλέτο. Ύστερα το βύθισε με δύναμη ως τον πάτο του κύπελλου και σκότωσε το πρόσωπο.

Δυνατά ουρλιαχτά του έκοψαν το αίμα. Το πλαστικό κύπελλο ταλαντεύτηκε στο χέρι του κινδυνεύοντας να πέσει. Του πήρε ένα λεπτό να διαπιστώσει πως οι κραυγές δεν προέρχονταν από το πρόσωπο, αλλά ταξίδευαν από τον κάτω όροφο, ανέβαιναν από τις σκάλες κι έτρεχαν στον μακρύ διάδρομο έξω από την πόρτα του. Κυρίως το κατάλαβε γιατί αναγνώρισε τη φωνή. Ήταν αυτός ο Φρέντρικσεν πάλι. Χτυπιόταν και διαλαλούσε πως κάποιος θα έρθει να τον σκοτώσει, όπως συνήθως. Κανείς δεν τον άκουγε. Κανείς δεν τον πίστευε. Σαν αλυσιδωτή αντίδραση όμως οι υπόλοιποι ασθενείς στα δωμάτιά τους άρχισαν κι αυτοί τις φωνές πετώντας αντικείμενα και χτυπώντας τις γροθιές τους στο τσιμέντο που τους περιστοίχιζε, σαν μαϊμούδες που πηδούν έξαλλες στο κλουβί τους διαισθανόμενες το μακάβριο μέλλον τους, λίγο πριν χρησιμοποιηθούν για κάποιο αποτρόπαιο πείραμα. Δεν είμαι τρελός ακούστηκε ξανά ο Φρέντρικσεν δυο φορές πριν η φωνή του καλυφθεί από τα ξεφωνητά των υπόλοιπων ασθενών.

Ο Κρίστοφερ Τόμασεν δεν έδωσε άλλη σημασία στο χαμό ή τουλάχιστον προσποιήθηκε. Δε θα άφηνε κάτι τόσο ασήμαντο να του καταστρέψει τη στιγμή. Το μόνο που είχε σημασία ήταν η γιαούρτη του. Αν και το φαγητό απαγορευόταν κάπου πέρα από την τραπεζαρία και πέρα από τις ώρες που όριζε το πρόγραμμα, μια καλή φίλη που είχε κάνει εδώ και λίγο καιρό στην κουζίνα φρόντιζε συχνά να τον προμηθεύει με τέτοια μικρά δώρα. Ο Κρίστοφερ είχε ετοιμάσει τα πάντα με ευλάβεια θρησκευόμενου και τρόπο τελετουργικό για την πρώτη μετάληψη, πριν τον διακόψουν. Συνεχίζοντας την τελετή, έφερε το κουτάλι στο στόμα του.

Η εικόνα του εαυτού του να τρώει, όπως την έβλεπε στο παράθυρο, δημιουργούσε την ίδια εντύπωση με αυτή ενός τύπου που αυτοϊκανοποιείται μπροστά από έναν καθρέφτη. Η άβολη αίσθηση πως όλος ο κόσμος έξω από τον παράθυρο τον κοιτούσε συνόδευε κάθε του κίνηση. Διάβολε! Πίστευε πως μέχρι και το ίδιο το παράθυρο τον κοιτούσε. Κοιτούσε βαθιά μες στην ψυχή του ακόμα κι αν η θέα προς τον έξω κόσμο ήταν καλύτερη απ’ το καθαρό και τακτοποιημένο, αλλά παρόλα αυτά μίζερο δωμάτιό του και τις ακόμα πιο μίζερες ρυτίδες στο πρόωρα γερασμένο πρόσωπό του που αντανακλούσε το τζάμι. Ήταν μόλις τριάντα τριών, αλλά έδειχνε αρκετά μεγαλύτερος. Εννιά χρόνια σ’ αυτό το μέρος. Ήταν λες και ο χρόνος έτρεχε διαφορετικά για τους ασθενείς της ψυχιατρικής κλινικής στην πόλη Λίερ της Νορβηγίας.

Ο διαγωνισμός καρφώματος με το παράθυρο συνέχιζε, ενώ η τελευταία κουταλιά ταξίδευε διαγράφοντας ένα τόξο. Δεν έφτασε ποτέ όμως στο στόμα του. Έμεινε μετέωρη καθώς μια ανεπαίσθητη χορευτική κίνηση στον αέρα απ’ έξω του τράβηξε την προσοχή. Μερικές αδύναμες νιφάδες χιονιού είχαν αρχίσει να πέφτουν. Η σκέψη που ακολούθησε ήταν κατακλυσμιαία, μην αφήνοντας χώρο για άλλη οργανική λειτουργία. Στην εικόνα του πρώτου χιονιού μια παιδική ανάμνηση ξεπήδησε στο μυαλό του, θαρρείς θαμμένη κάτω από τόνους εγκεφαλικού φλοιού. Δεν υπήρχε τρόπος την σταματήσει.

Ήταν μικρός, με μάγουλα κατακόκκινα από το κρύο. Oι μάλλινες πλεξούδες του σκούφου του έπεφταν στο χοντρό μπουφάν του και μερικές βλέννες είχαν παγώσει στιγμές πριν προλάβουν να ολοκληρώσουν το δρόμο τους προς το χείλος του. Χάζευε τον άγγελο που είχε σχεδιάσει ξάπλα, κουνώντας χέρια και πόδια, στο πρώτο χιόνι της χρονιάς. Ελαφριές νιφάδες κυμάτιζαν στον αέρα σαν πούπουλα και μία έκατσε στη μύτη του. Αλληθώρισε για να εστιάσει και διέκρινε όλα τα περίτεχνα συμμετρικά μοτίβα που υπάκουαν στον συμπαντικό κανόνα της χρυσής αναλογίας. Σε κάτι τόσο μικρό όπως μια χιονονιφάδα μπορούσε να χωρέσει όλη η τελειότητα και η αρμονία της φύσης και του κόσμου. Ύψωσε το πηγούνι του και άνοιξε το στόμα του. Οι νιφάδες έλιωναν με το που ακουμπούσαν τη ζεστασιά της γλώσσας του. Μια γλυκιά παιδική φωνή φώναξε το όνομά του. «Κρίστοφερ, ώρα για φαγητό». Η αδερφή του.

Ο Κρίστοφερ Τόμασεν, κρατώντας την εικόνα στο μυαλό του με θαλπωρή, πλησίασε το παράθυρο, λες κι αυτό ήταν μια πύλη, μια σχισμή στο χρόνο, που θα του πρόσφερε τη θέα του παλιού του δωματίου. Πίστεψε πως θα έβλεπε ξανά την παλιά αυλή με το μεγάλο γέρικο δέντρο και το μαύρο λάστιχο αυτοκινήτου κρεμασμένο από ένα γερό κλαρί. Πίστεψε πως κάπου εκεί γύρω θα έβλεπε και μια μικρή κι αφελή εκδοχή του εαυτού του από το παρελθόν να παίζει ανέμελα.

Αυτό που είδε ήταν δυο άντρες ντυμένους στα λευκά που είχαν βγει για τσιγάρο και μιλούσαν. Ο ένας ήταν χοντρός με μουστάκι. Τα παχάκια του ξεχείλιζαν πάνω από τη σφιχτή ζώνη. Ο αφαλός του από το λίπος είχε πεταχτεί και ήταν διακριτός κάτω από την μπλούζα, στην κορυφή της στρογγυλάδας που ήταν η κοιλιά του. Ο άλλος, με τα δυσανάλογα χαρακτηριστικά του, τα πεταχτά δόντια, τα αραιά μάτια και τα σημάδια ακμής, επανεφηύρε την έννοια της ασχήμιας. Στέκονταν στο βρεγμένο τσιμέντο, δίπλα από έναν φανοστάτη που κύρτωνε ψηλά όπως οι βραχίονες των γυαλιών οράσεως. Στη σκηνή, στρίβοντας από τη γωνία του κτιρίου, προστέθηκε άλλος ένας νοσοκόμος που έσπρωχνε ένα καροτσάκι με έναν ασθενή στη ράμπα για να μπει στο κτίριο. Ο νοσοκόμος έκανε  νόημα στους άλλους σηκώνοντας το κεφάλι και συνέχισε σφυρίζοντας. Όσο για τον ασθενή, το κεφάλι του έγερνε και τα χέρια του ήταν κολλημένα στο κορμί του και κατέληγαν σε χειρονομίες που θύμιζαν χέρια παραμορφωμένα από αρθρίτιδα. Τρανταζόταν άβουλα σε κάθε μικρή ανωμαλία που συναντούσαν οι ρόδες.

Ο Κρίστοφερ ήξερε τους πάντες εκεί μέσα. Τον χοντρό τον έλεγαν Ντάνιελ Μπέρντσεν, τον άλλο που κάπνιζαν παρέα Λαρς Τέτλι και τον νοσοκόμο που έσπρωχνε το καρότσι Νικολάι Θορν. Αλλά ο ασθενής ήταν καινούργιος. Δεν είχε προλάβει να μάθει ακόμα το όνομά του.

Μπροστά στην απογοητευτική εικόνα της αυλής, η ανάμνηση χάθηκε. Κατακάθισε σαν σκόνη στα σκοτάδια του μυαλού του. Τότε αντιλήφθηκε πού βρισκόταν. Μουντοί τοίχοι, μαυρισμένοι από την υγρασία, τον περικύκλωναν. Ήταν στο άσυλο και στεκόταν μπροστά στο παράθυρο. Η ζεστασιά της ανάμνησης τον είχε κάνει να ξεχάσει το φόβο του. Τώρα στεκόταν μπροστά στο γυάλινο κάδρο σαν πρωταγωνιστής σε πίνακα όπου όλοι μπορούσαν να τον δουν λες και ήταν έκθεμα. Ένα ένα τα κεφάλια των ανθρώπων στην αυλή έστρεψαν τους λαιμούς τους και τον κοίταξαν με μάτια νεκρά κι ανέκφραστα. Ο Κρίστοφερ κάλυψε τα μάτια του, παραπάτησε κι έπεσε στο πάτωμα. Ύστερα σύρθηκε μέχρι την άκρη του παραθύρου και κοίταξε δειλά. Ο Νικολάι και ο ασθενής είχαν ήδη μπει στο κτίριο, ενώ οι άλλοι δύο ακολούθησαν αφού πέταξαν τα τσιγάρα τους. Η πόρτα άρχισε να κλείνει μόνη της και λίγο πριν χτυπήσει με ορμή έκοψε ταχύτητα. Ο Κρίστοφερ Τόμασεν ξεφύσησε με ανακούφιση. Μετά χαμογέλασε. Μπορεί να ήταν μόνο στο μυαλό του, αλλά τουλάχιστον για ένα λεπτό είχε φύγει από κει μέσα. Είχε δραπετεύσει.

Το παράθυρο όμως επέμενε. Έστεκε πάνω του σαν τύραννος και το φως που διαπερνούσε τα διχτυωτά προστατευτικά κιγκλιδώματά άφηναν στο κορμί του δεκάδες φωτεινά μάτια που σημείωναν μέχρι και την κίνηση του στέρνου του σε κάθε του αναπνοή. Άλλες μέρες πάλι ο Κρίστοφερ θα σκεφτόταν πως έμοιαζαν περισσότερο με ένα σκιερό δίχτυ που τον κρατούσε αιχμάλωτο. Και σίγουρα μέχρι ένα βαθμό, ακόμα ο ίδιος δεν είχε καθορίσει μικρό ή μεγάλο, έτσι ένιωθε.


Ο Κρίστοφερ είναι ο ένας από τους τέσσερις βασικούς πρωταγωνιστές του ανολοκλήρωτου ακόμα μυθιστορήματός μου με τίτλο “Ο Ωρολογοποιός”. Αυτό είναι το πρώτο κεφάλαιο της ιστορίας του.