Οι Αγγαρείες του Ηρακλή

Τα επίπεδα απελπισίας του Ηρακλή χτύπησαν κόκκινο όταν, ενώ έφτανε επιτέλους η σειρά του να παραγγείλει, το τελευταίο κρόνατ με γέμιση μύρτιλου έκανε φτερά από τη βιτρίνα.

Ήταν το πέμπτο κατάστημα που επισκεπτόταν και το τελευταίο μέσα στο επιτρεπτό εύρος από το μέρος όπου εργαζόταν, δηλαδή δεν εργαζόταν ακριβώς, ένας μη αμειβόμενος μαθητευόμενος ήταν, το παιδί για τα θελήματα στην ουσία, αλλά γι’ αυτόν ακριβώς τον λόγο, αν ήθελε να έχει κάποιο μέλλον στην εταιρεία, όφειλε πάση θυσία να εξασφαλίσει το καθιερωμένο κρόνατ με μύρτιλο που έτρωγε το αφεντικό του για καλή τύχη πριν από κάθε σημαντικό μίτινγκ, να πάρει!

Ο Ηρακλής κόλλησε τη μουσούδα του στη βιτρίνα έτοιμος να βάλει τα κλάματα και ακολούθησε την κίνηση του κρόνατ τρίβοντας τη μούρη του στο τζάμι, καθώς η πωλήτρια το έπιανε με τη δαγκάνα και το έβαζε σε ένα σακουλάκι με το λογότυπο της καφετέριας. Όλη η ανταλλαγή διαδραματίστηκε λες και σε αργή κίνηση. Από το γαντοφορεμένο χέρι της πωλήτριας πέρασε σε αυτό ενός συνταξιούχου, ένα ζαρωμένο χέρι γεμάτο κηλίδες και λευκές τούφες στην αναστροφή του, και το κουδουνάκι της ταμειακής που άνοιξε για τα ρέστα κατοχύρωσε τη συναλλαγή.

Ο Ηρακλής θα αποδεχόταν την ήττα του αν δε συνειδητοποιούσε εκείνη τη στιγμή πως ο νέος κάτοχος του πολυπόθητου κρόνατ ήταν ο γέρος που πριν λίγο του είχε παραχωρήσει τη θέση του. Τον έβλεπε να παραπαίει στηριζόμενος στο μπαστούνι του, ο ίδιος ο γεράκος του είχε ζητήσει με μια ευγενική υπόκλιση, συνοδευόμενη από μια ταυτόχρονη αφαίρεση του καπέλου του, αν μπορεί να προπορευτεί γιατί τα πόδια του μετά βίας τον βαστούσαν. Και τώρα ξερογλειφόταν, έχοντας ξεχάσει και πόνους και αρθριτικά και τα πάντα.

Η ίδια ευγένεια ίσως τον αφόπλιζε, σκέφτηκε ο Ηρακλής. Ήταν σίγουρος πως θα καταλάβαινε αν του εξηγούσε.

«Με συγχωρείτε, αλλά θα σας ήμουν ευγνώμων αν μπορούσα να έχω το τελευταίο κρόνατ. Αν επιστρέψω στην εταιρεία χωρίς αυτό το αφεντικό μου θα με σκοτώσει. Και εννοείται πως ό,τι άλλο πάρετε στη θέση του είναι δικό μου» παρακάλεσε και συνόδεψε τα λόγια με την κλασική κίνηση ανοίγματος πορτοφολιού για να γίνει πιο πειστικός.

Ο γέρος τον κοίταξε με μισό μάτι. Απάντησε με ένα ξερό όχι κι έκρυψε το κρόνατ από τη θέα του. «Λυπάμαι. Καλή σας μέρα, κύριε» είπε και του γύρισε την πλάτη.

Ο Ηρακλής ύψωσε τη γροθιά του έτοιμος να του την κατεβάσει στη μασέλα, αλλά, όταν είδε τον κόσμο να κοιτάζει σαστισμένος, κατάλαβε πως μια διαφορετική προσέγγιση θα ήταν προτιμότερη.

«Έχετε δίκιο» είπε. «Από δω και πέρα δε θα δίνω τη θέση μου σε γεροντάκια που κοροϊδεύουν τον κόσμο για να προπορευτούν στην ουρά».

Ο γέρος στράφηκε πάλι προς το μέρος του σταματώντας το κρόνατ στον αέρα πριν δαγκωθεί από τα αηδιαστικά δόντια του.

«Αλλά καταλαβαίνω. Όταν είσαι σε μια ηλικία που ο χάρος μπορεί να σου χτυπήσει ανά πάσα στιγμή την πόρτα δεν έχεις καμία όρεξη να περιμένεις. Μόνο όρεξη για κρόνατ απ’ ό,τι φαίνεται. Είχαν και στο χωριό σου, μπάρμπα;»

«Στις μέρες μας οι νέοι είχαν σέβας».

«Ναι, αλλά οι γέροι δεν είχαν κρόνατ».

Ο γέρος σήκωσε τη μαγκούρα να του τη φέρει στο κεφάλι, αλλά ο Ηρακλής τη σταμάτησε με ευκολία. Ύστερα την τράβηξε και στο άδειο ρυτιδιασμένο χέρι έδωσε να κρατήσει μία από τις κούπες που κρέμονταν μπροστά από το ταμείο. Μετά πήρε το καπέλο του γέρου, το φόρεσε, επέστρεψε τη μαγκούρα παίρνοντας πίσω την κούπα, και ξαναφορώντας το καπέλο στο γέρο του έδωσε την κούπα, αλλά αυτή τη φορά πήρε το σακουλάκι με το κρόνατ από το άλλο του χέρι. Ο γέρος δεν κατάλαβε τι είχε συμβεί παρά μόνο όταν ο Ηρακλής το έβαλε στα πόδια.

 


Πάτησε το κουμπί με τον αγκώνα του, η πόρτα του ασανσέρ άνοιξε μετά από λίγο και βάδισε μέσα στα τυφλά καθώς ο πύργος από χάρτινα ποτήρια γεμάτα καφέ, που ισορροπούσε στην αγκαλιά του Ηρακλή, εμπόδιζε το οπτικό του πεδίο. Έκανε μια αργή περιστροφή και ζήτησε να του πατήσουν τον τελευταίο όροφο.

Φτου σου! βλαστήμησε από μέσα του.

Στο ασανσέρ, σαν τον διάολο, έτυχε να είναι μέσα η μισητή του νέμεσις. Έκαναν και οι δύο τα γλυκά μάτια στη Δέσποινα της ρεσεψιόν και παρόλο που ο αντίζηλός του ήταν ένα από τα στελέχη της εταιρείας, η Δέσποινα ανταποκρινόταν στα γλυκοκοιτάγματα του Ηρακλή. Αντί για καλημέρα του είπε το εξής:

«Σημαντική μέρα η σημερινή. Κοίτα μην τα σκατώσεις πάλι».

Ο ακατανόμαστος αναφερόταν σε ένα περιστατικό που συνέβη πριν λίγες μέρες όταν το αφεντικό ήρθε με τον τρίχρονο γιο του και ο Ηρακλής έκανε για πλάκα πως του κλέβει τη μύτη. Ο μικρός έπαθε κρίση πανικού και ξεσήκωσε όλη την εταιρεία, γιατί νόμιζε πως του είχαν κόψει τη μύτη στ’ αλήθεια. Κι αυτός ήταν ένας από τους λόγους που το σημερινό κρόνατ ήταν το σημαντικότερο που ο Ηρακλής θα αγόραζε στη ζωή του.

«Και φρόντισε να είσαι ευπαρουσίαστος» συμπλήρωσε ο κύριος Κόπανος και μετά, διαβάζοντας το όνομά του σε ένα από τα ποτήρια, όχι το Κόπανος αλλά το κανονικό, αναφώνησε «Α! αυτός είναι ο καφές μου», και τράβηξε το ποτήρι από τη στοίβα βγαίνοντας στον όροφό του. Ο Ηρακλής τότε έντρομος κόλλησε στον τοίχο για να ανακόψει την κατολίσθηση των ποτηριών με το στήθος του. Αδυνατώντας να κινηθεί κι ενώ η πόρτα έκλεινε ξανά εκλιπάρησε μια ανώτερη δύναμη για βοήθεια.

 


Αφού φόρεσε ένα καθαρό πουκάμισο, ο Ηρακλής κυνήγησε μια αγριόγατα που μπήκε από το παράθυρο που αφήναν μονίμως ανοιχτό κάποιοι συνάδελφοι στο διάλειμμά τους για τσιγάρο, καθάρισε την τουαλέτα για τους επισκέπτες που είχε να καθαριστεί ένας θεός ήξερε από πότε, και έτρεξε μέχρι το παλιό σπίτι του αφεντικού του για να φέρει το δώρο του διευθυντή της εταιρείας με την οποία σήμερα, αν όλα πήγαιναν καλά, θα συγχωνεύονταν. Αυτή ήταν και η πιο δύσκολη αποστολή του, αφού στο συγκεκριμένο σπίτι έμενε η μέχρι προσφάτως γυναίκα του και πήρε το σπίτι μαζί με όλο του το περιεχόμενο, συμπεριλαμβανομένου και του διακοσμητικού γυάλινου αλόγου, που το αφεντικό ήθελε να έχει σε περίοπτη θέση στο μίτινγκ.

Όταν έφτασε επιτέλους η στιγμή ο Ηρακλής να πάρει μια ανάσα και κινήθηκε προς την κουζίνα, τον ανέκοψαν τα συνωμοτικά ψιθυρίσματα τριών γυναικών που εργάζονταν στο τηλεφωνικό κέντρο. Στάθηκε στη γωνία του τοίχου κι έστησε αυτί.

«Ναι, παιδί μου, όπως σου τα λέω. Έτσι κι έτσι, έγινε».

«Σοβαρά, η Δέσποινα; Δεν μπορώ να το πιστέψω. Τόσο εξώλης και προώλης;»

Άκουγε ανάμεσα στις λέξεις τους να μασάνε με θόρυβο τσίχλες που από ώρα είχαν χάσει τη γεύση τους, έκανε εικόνα τα μακριά γαμψά και ψεύτικα νύχια τους να ξεσκίζουν με τα ψέματά τους το καλό όνομα της Δέσποινας.

Άθλιες καρακάξες, σκέφτηκε ο Ηρακλής.

«Ναι, την είδαν να βγαίνει από το γραφείο του ασίσταντ μάνατζερ».

Ο Κόπανος; Αποκλείεται.

Ο Ηρακλής πετάχτηκε από τη γωνία χτυπώντας δυο συρραπτικά μεταξύ τους και τρόμαξε τις κότες. Τους κόπηκαν τα ύπατα, όλα τα κουτσομπολιά ξεχάστηκαν και σκόρπισαν τρέχοντας.

«Μην σας ξανακούσω να λέτε τέτοια ψέματα για τη Δέσποινα, μ’ ακούτε;»

«Σου θίξαμε τη λεγάμενη;»

«Βρε άντε από δω» είπε ο Ηρακλής και πέταξε το συρραπτικό. Και τότε σκουπίζοντας τα χέρια από ένα καθήκον που εξετελέσθη με επιτυχία, στρίβοντας στη γωνία είδε τη Δέσποινα, κοκκινισμένη από ντροπή και με το βλέμμα χαμηλωμένο.

«Ηρακλή, θα ήθελα να σου ζητήσω μια χάρη, αλλά μη νευριάσεις». Δαγκωνόταν και απέφευγε να τον κοιτάξει. «Θέλω να πας στο γραφείο του Φαίδωνα και να μου φέρεις κάτι που ξέχασα εκεί».

«Τι;»

«Το σουτιέν μου».

Το βλέφαρο του Ηρακλή έπαιξε με νευρικότητα.

«Θες να μου εξηγήσεις πώς βρέθηκε το σουτιέν σου στο γραφείο του… Φαίδωνα;»

Του είπε για το βράδυ που αλλάζοντας το νερό στα λουλούδια της ρεσεψιόν της γύρισε το βάζο κι έγινε μούσκεμα. Όλα τα γραφεία ήταν κλειδωμένα πέρα από του Φαίδωνα (μα είναι όνομα τώρα αυτό;) και της το παραχώρησε για να αλλάξει.

«Αλλά απ’ ό,τι φαίνεται υπήρχε και κάποιος άλλος στο κτίριο, με είδε κι έτσι άρχισαν οι φήμες και τα ψέματα. Αν βρουν και το σουτιέν δεν πρόκειται να πιστέψουν τίποτα και ποιος ξέρει πού θα σταματήσει όλη αυτή η ιστορία».

«Μου λες αλήθεια;»

«Στη ζωή μου. Πρόκειται για παρεξήγηση».

 


Κι έτσι ο Ηρακλής κατέληξε στο άντρο της μισητής του νέμεσις, να ψαχουλεύει στα συρτάρια του, να χώνει τα χέρια του στις σχισμές του καναπέ, να ψάχνει μέχρι και στο πιο απίθανο μέρος γιατί ήταν σίγουρος πως ο τρισκατάρατος είχε ήδη βρει το σουτιέν και το κρατούσε για να εκβιάσει έστω ένα δείπνο με τη Δέσποινα. Χάρη σε αυτή την εξονυχιστική αναζήτηση, ωστόσο, ανακάλυψε κάτι πολύ σημαντικότερο από το στηθόδεσμο της Δέσποινας.

Το διαβολικό σχέδιο του Κόπανου.

Η άλλη εταιρεία ήταν χρεωμένη. Με το πλεόνασμα της δικιάς τους εταιρείας θα έσβηναν το χρέος τους. Ο Φαίδωνας το είχε ανακαλύψει, αλλά συμφώνησε να κρατήσει το στόμα του κλειστό με αντάλλαγμα μια γερή αύξηση και μια καλή προαγωγή.

Όλη τη μέρα ο Ηρακλής πάλευε να εξασφαλίσει την απρόσκοπτη συνεργασία των δύο εταιρειών απ’ όλα τα ευτράπελα που προκύπταν στον δρόμο του, ενώ στην πραγματικότητα έπρεπε να κάνει ακριβώς το αντίθετο. Ίσως υπήρχε ακόμα χρόνος να σώσει την εταιρεία κι έτσι έτρεξε σαν τον άνεμο, κάλπασε στις σκάλες μέχρι τον έκτο όταν το ασανσέρ έκανε κάτι αιώνες να κατέβει, έσπρωξε την πόρτα με ορμή και λαχανιασμένος μπήκε στην αίθουσα των συσκέψεων τη στιγμή που το αφεντικό του ακουμπούσε τη μύτη της πένας του στο συμβόλαιο και τότε ο Ηρακλής με όλο τον αέρα που είχε στα πνευμόνια του φώναξε.

«Όχι».