Μωρομάντηλα


Λίγο πριν τελειώσω, βγήκα από μέσα της και τα άφησα πάνω στο στομάχι της.

Έμπηξε τα νύχια της στην πλάτη μου κι αφήσαμε μαζί ένα βογκητό. Έριξα το κεφάλι μου στο στέρνο της και προσπάθησα να βρω την ανάσα μου. Ύστερα έψαξα τα χείλη της και τη φίλησα με πάθος. Στηριζόμουν στα χέρια μου. Κοιτάχτηκα στον καθρέπτη πάνω από το προσκέφαλο και είδα το προτεταμένο μου μόριο να χαλαρώνει.

«Μην κουνηθείς. Θα σου φέρω χαρτί».

Με τράβηξε πίσω. Έκανε ένα απότομο τίναγμα προς τα εμένα και με φίλησε στο στήθος, στο μέρος της καρδιάς. Είχε ένα πλατύ χαμόγελο κι έδειχνε πιο όμορφη από ποτέ.

«Τώρα μπορείς να πας».

Πετάχτηκα από το κρεβάτι, κατέβηκα την ξύλινη σκάλα και πήγα στο μπάνιο. Ακούμπησα το μόριό μου πάνω στο χείλος του νιπτήρα κι άνοιξα τη βρύση. Σηκώθηκα στις μύτες των ποδιών. Έβρεξα το χέρι μου και έσταξα νερό στο φαφατιασμένο κεφάλι και το σώμα που τώρα είχε μαζέψει και μαλακώσει. Τράβηξα το δέρμα και με το βρεγμένο χέρι ξέπλυνα τα υγρά της. Σκουπίστηκα στην πετσέτα των χεριών και μετά κατούρησα. Ένιωσα ένα ελαφρύ κάψιμο στην αρχή. Έτρεχε σιγανά και μετά, σαν κάτι να ξεμπλόκαρε, το κάτουρο απελευθερώθηκε με δύναμη. Η ροή τινάχτηκε πλάγια λερώνοντας το στόμιο της λεκάνης πριν προλάβω να κεντράρω.

Σημάδεψα στο νερό. Ανατάραζα την επιφάνεια κι έφτιαχνα φυσαλίδες. Προσπάθησα να καλύψω την επιφάνεια με τον αφρό. Η πίεση της διούρησης μειώθηκε κι έγειρα μπροστά. Ακούμπησα το χέρι στον τοίχο. Πάτησα το καζανάκι. Ενεργοποίησα τον σφιγκτήρα μου, έσταξαν λίγες σταγόνες και τις τίναξα. Ύστερα έκοψα τρία κομμάτια χαρτί από το ρολό υγείας. Τα δίπλωσα στις τσακίσεις και σφούγγισα την άκρη του πέους μου. Έκοψα λίγο ρολό ακόμα και καθάρισα τις πιτσιλιές στη λεκάνη. Έκανα τα δύο χαρτιά μια μπάλα και τα πέταξα στο καλάθι.

«Πού είσαι; Αρχίζουν να τρέχουν στο πλάι!»

Άρπαξα τα μωρομάντηλα κι έτρεξα γρήγορα πίσω στη σοφίτα. Η σκάλα τραντάχτηκε κάτω από τα γυμνά μου πέλματα. Την είδα με τις παλάμες της να φράζει τα πλαϊνά της κοιλιάς και να ρουφάει το στομάχι της για να κυλίσουν στο κέντρο. Έβγαλα ένα υγρό μωρομάντηλο και μάζεψα τα χοντρά. Το σπέρμα μου ήδη αραίωνε και είχε χάσει την ασπράδα του. Μετά με ένα δεύτερο μωρομάντηλο την καθάρισα. Απαλά μέσα στον αφαλό και γύρω. Ήμουν διεξοδικός, το έκανα με φροντίδα.

«Μου αρέσει που με προσέχεις» μου είπε.

Της χαμογέλασα. Της έδωσα ένα μωρομάντηλο για τις δικές της εκκρίσεις. Το πέρασε πάνω από το αιδοίο της, κοίταξε τι είχε μαζέψει και το σκούπισε δεύτερη φορά. Κατεβήκαμε στο σαλόνι. Πήραμε τα μωρομάντηλα μαζί, τη συσκευασία και όσα είχαμε χρησιμοποιήσει. Η φωτιά στο τζάκι σιγόκαιγε. Έριξα δυο ξύλα και την πασπάτεψα με τη λαβίδα. Την είδα να κατευθύνεται προς τη φωτιά για να πετάξει τα λερωμένα μωρομάντηλα με το σπέρμα μου.

«Μην τα πετάξεις εκεί» είπα.

Με ρώτησε γιατί.

Δίστασα.

«Θα ακουστεί χαζό».

Με εκβίασε απλώνοντας το χέρι στη φωτιά, με το μωρομάντηλο να κρέμεται σαν μαντίλι αποχαιρετισμού από τα δυο της δάχτυλα.

«Θα μου πεις;»

«Απλώς μην τα κάψεις».

Έκανε ότι της πέφτει.

«Εντάξει» είπα. «Νιώθω ότι θα πονέσουν. Ξέρω ότι είναι χαζομάρα, αλλά έτσι νιώθω».

Γέλασε και μάζεψε το μωρομάντηλο στην χούφτα της. Απομακρύνθηκε από τη φωτιά.

«Τι θέμα έχετε εσείς οι άντρες με το σπέρμα σας; Δεν είσαι ο πρώτος που μου λέει κάτι τέτοιο».

Πήγε μέχρι το μπάνιο και τα πέταξε στο καλαθάκι.