Μνήμη, Στιγμές & Αναμνήσεις


Το πρώτο πράγμα που ζήτησε ο Τόμας Γουλφ όταν ξύπνησε μετά από κώμα στο κρεβάτι του νοσοκομείου ήταν ένα μολύβι. Η λέξη βγήκε με δυσκολία, αλλά και με απόγνωση.

Ήθελε να γράψει στον καλό του φίλο και πρώην επιμελητή Μαξ Πέρκινς, καθώς διαισθανόταν πως αυτές οι λέξεις, που ως τότε έρρεαν ορμητικά κι αστείρευτα από την πένα του, θα ήταν οι τελευταίες του.

Ο καημός του να αποτυπώσει αυτό που αισθανόταν, η ανάγκη του να περισώσει τις σκέψεις του από την αιώνια λήθη πριν σκορπίσουν σαν στάχτες στον αέρα, η λαχτάρα του να κρυσταλλώσει τη στιγμή, όπως κάτι που παγιδεύεις σε ρετσίνι, για να διατηρηθεί στον χρόνο, ήταν κατακλυσμιαία και δυνατότερη από την ίδια τη ζωή.

Λες και με κάποιο τρόπο θα συνέχιζε να υπάρχει και μετά τον θάνατό του. Θα συνέχιζε να ζει για πάντα μέσα σε αυτή τη στιγμή, αρκούσε μόνο να την αιχμαλωτίσει, ώστε κάποιος να τη διαβάσει και να τη μοιραστεί.

Απαθανατίζουμε στιγμές όχι μόνο για να θυμόμαστε, αλλά και για να μας θυμούνται. Ο φόβος μας για τον θάνατο κατευθύνει τη μνήμη μας, η γνώση μας ότι όλα τελειώνουν.

Ο Γουλφ βασανιζόταν από την ιδέα μιας στιγμής που φεύγει και χάνεται για πάντα, απαρατήρητη. Η συγγραφή του ήταν εν μέρει μια προσπάθεια να σώσει όλες αυτές τις στιγμές που δεν τους δόθηκε ποτέ η πρέπουσα σημασία και να τις αποκαταστήσει στο ψηφιδωτό της ανθρώπινης ιστορίας.

Ήταν ένας φανατικός συλλέκτης στιγμών. Πίστευε πως ό,τι έχουμε υπάρχει μέσα σε αυτές, αφού δεν είμαστε παρά το άθροισμα όσων έχουμε βιώσει. Έτσι ένας δεύτερος λόγος που τον ώθησε, ενώ το κεφάλι του ήταν τυλιγμένο με γάζες κι έχοντας μόλις ανακτήσει τις αισθήσεις του, να ζητήσει εκείνο το μολύβι ήταν πως χωρίς αυτή την τελευταία στιγμή το πορτραίτο του Τόμας Γουλφ θα παρέμενε για πάντα ανολοκλήρωτο.


 

Μνήμη και Ταυτότητα

Θεωρούμε πως οι αναμνήσεις μας είναι όλα όσα είμαστε. Μας συνδέουν με το παρελθόν κι έτσι δημιουργούν τη ψευδαίσθηση μιας συνέχειας στο αφήγημα της ζωής μας, το οποίο μεταφράζουμε ως την ταυτότητά μας.

Φυσικά η σύνδεση με το παρελθόν δεν υφίσταται, αφού η ίδια η πράξη της μνημόνευσης συντελείται στο παρόν. Επίσης η μνήμη μας δεν είναι τόσο φερέγγυα όσο νομίζουμε και το να βασιζόμαστε πλήρως σε αυτή δημιουργεί λανθασμένο, παραπλανητικό και όχι αυθεντικό εαυτό.

Ωστόσο το κάνουμε.

Έτσι νιώθουμε έντονα πως σκοπός της ζωής μας είναι να γεμίσουμε με αναμνήσεις.

Ο Βίκτορ Φρανκλ υπενθυμίζει στους ηλικιωμένους πως δεν έχουν λόγο να ζηλεύουν τα νιάτα, γιατί αυτοί έχουν πραγματικότητες στο παρελθόν τους, πράγματα που συνέβησαν και όχι απλώς που θα μπορούσαν να συμβούν, όπως ισχύει για τους νέους. Και ο Επίκουρος με τη σειρά του μακαρίζει το γέρο που έχει ζήσει καλά, καθώς είναι σε θέση να θυμάται με ευγνωμοσύνη τη ζωή του, αυτές τις πραγματικότητες που αναφέρει ο Φρανκλ, έχοντας πια αράξει όπως το πλοίο σε λιμάνι.

«Αλλά ένας άνθρωπος δεν αποτελείται από αναμνήσεις και μόνο. Έχει συναίσθημα, θέληση, ευαισθησίες, ηθική» — Όλιβερ Σακς

Κι ωστόσο αυτή η συνήθεια να απαθανατίζουμε τα πάντα, ειδικά σήμερα που όλοι μας κυκλοφορούμε με μια φωτογραφική μηχανή ανά χείρας, έχει εξελιχθεί σε συλλογική ψύχωση.

Όπως ο κυνηγός που αντί να θαυμάζει το ελάφι που τρέχει στη φύση το προτιμά να κρέμεται βαλσαμωμένο στον τοίχο του, έτσι κι εμείς έχουμε εξελιχθεί σε ταριχευτές του χρόνου. Ξεγελιόμαστε με κάτι ψεύτικο και νεκρό, γιατί τρέμουμε την άπιαστη ομορφιά του προσωρινού.

Φωτογραφίζουμε τη ζωή για να κοιτάμε έναν απόηχό της, αντί να τη βιώνουμε, να την αισθανόμαστε, να τη ζούμε, να την εκτιμούμε.

Το κίνητρο είναι βαθύτερο από το να θυμόμαστε μια ωραία στιγμή στο μέλλον.

Είναι η αδυναμία μας να αφεθούμε από την ίδια τη ζωή.

Κι αυτό ακριβώς είναι που μας καθιστά απλούς παρατηρητές αντί μετόχους της.


 

Μνήμη και Τραύμα

Ο Όττο Ρανκ πίστευε πως το πρώτο τραύμα στη ζωή του ανθρώπου ήταν η στιγμή της γέννησης, ο αποχωρισμός από τη μητέρα, πάνω στο οποίο θεμελιώνονται όλα τα επόμενα άγχη της ζωής μας. Αλλά οι ζωές μας είναι γεμάτες από μεταβάσεις και κατώφλια, πράγμα που σημαίνει πως για να προχωρήσουμε, δε γίνεται παρά να αποχωριστούμε. Είναι κάτι εξαιρετικά δύσκολο, γι’ αυτό και σαν φυσική αντίδραση έρχεται η προσκόλλησή μας, στο παρελθόν, στο πώς τα πράγματα συνήθιζαν να είναι, και ο τρόπος που το επιτυγχάνουμε αυτό είναι η μνήμη.

Ο πραγματικός σκοπός της μνήμης όμως δεν είναι να θυμόμαστε το παρελθόν.

Όπως καθετί, η μνήμη εξελίχθηκε ως ένα βοηθητικό εργαλείο στο παιχνίδι της επιβίωσης:

Θυμάμαι τι δε λειτουργεί ή τι έκανα λάθος ώστε είτε να το διορθώσω είτε να μην το επαναλάβω· θυμάμαι τι είναι επικίνδυνο ώστε να το αποφύγω ή να προετοιμαστώ κατάλληλα για να το αντιμετωπίσω.

Σκοπός της μνήμης είναι να εξάγουμε όσες περισσότερες πληροφορίες και μαθήματα μπορούμε από το παρελθόν ώστε να δομήσουμε ένα καλύτερο μέλλον.

Υπάρχει συγκεκριμένος λόγος λοιπόν που μια τραυματική εμπειρία συνεχίζει να προκαλεί δυσάρεστες συναισθηματικές αντιδράσεις. Η λογική είναι όμοια με αυτή που εξηγεί γιατί οι άνθρωποι αντιπαθούν τις ιστορίες με ανοιχτά τέλη.

Οι ιστορίες χωρίς επίλογο επιμένουν.

Έχουμε ανάγκη να ξέρουμε και έχουμε ανάγκη για ολοκλήρωση. Με τον ίδιο τρόπο, όταν μια επώδυνη ανάμνηση επιμένει, σημαίνει πως ακόμα δεν έχεις εξάγει το πραγματικό μάθημα που έχει να σε διδάξει.

Γι’ αυτό και ο περισσότερος κόσμος κουβαλάει τα τραύματά του μαζί του, σαν μια σιδερένια μπάλα δεμένη στο πόδι ισοβίτη. Από τη μία γιατί έχει τόσο συνυφανθεί με το τραύμα του που έχει γίνει αναπόσπαστο κομμάτι της ταυτότητάς του, από την άλλη γιατί φοβάται πως αν ξεχάσει θα πέσει θύμα της ίδιας τραυματικής εμπειρίας.

Μα αναλογιστείτε το εξής:

Θυμάται κανείς το πρώτο του κλάμα, θυμάται να θηλάζει στο στήθος της μητέρας του; Θυμάται τα πολύχρωμα παιχνίδια στο περιστρεφόμενο κρεμαστό πάνω από την κούνια του; Τα πρώτα χρόνια της ζωής μας απουσιάζουν σχεδόν στην ολότητά τους από το μνημονικό μας. Ωστόσο η προσωπικότητα που μας συνοδεύει ίσως για το υπόλοιπο της ζωής μας σε ένα μεγάλο βαθμό διαπλάθεται στα χρόνια αυτά.

Επομένως δεν σε επηρεάζουν μόνο όσα αντιλαμβάνεσαι και θυμάσαι. Από την άλλη δεν είναι υποχρεωτικό να σε ξαναπληγώνει ό,τι ξεχνάς.

Να θυμάσαι το μάθημα, όχι το τραύμα.

Με το να θυμάσαι διαρκώς τον πόνο τον θρέφεις, επιμηκύνεις τη διάρκεια επούλωσης, σαν να ξύνεις το κακάδι μιας πληγής που δεν κλείνει ποτέ, γιατί δεν την αφήνεις.

«Το να έχεις αδικηθεί δεν είναι τίποτα, εκτός κι αν συνεχίζεις να ανακαλείς την αδικία» — Κομφούκιος

Σε αυτή την περίπτωση πρέπει να θυμηθούμε την υπέροχη παρομοίωση του Άλαν Γουότς για τη φύση της μνήμης. Ο Γουότς μας λέει πως η πορεία του χρόνου μοιάζει λίγο πολύ με ένα πλοίο που διασχίζει τον ωκεανό. Το πλοίο πίσω του αφήνει ένα αφρώδες μονοπάτι που μας φανερώνει πού βρισκόταν, με τον ίδιο τρόπο που το παρελθόν και η ανάμνησή του μάς φανερώνουν τη δικιά μας πορεία. Ωστόσο αυτό που δεν πρέπει να ξεχνάμε είναι πως την κατεύθυνση την ορίζει το πλοίο και όχι ο αφρός που αφήνει πίσω του.

Το να καθοριζόμαστε από το παρελθόν ίσως να είναι το παιχνίδι που θέλουμε να παίξουμε, γιατί το τραύμα μας πολλές φορές χρησιμεύει σαν δικαιολογία, σαν συγχωροχάρτι. Η πραγματικότητα όμως παραμένει η ακόλουθη:

Κάθε στιγμή είναι μία αφετηρία.

Όλα ξεκινούν τώρα κι έχεις κάθε φορά την ευκαιρία να κάνεις μια καινούργια αρχή.