Μια Καλή Πράξη


Το μπουζούκι του Μανώλη ήταν η ζωή του.

Το κουβαλούσε μαζί του όπου πήγαινε και όταν έβρισκε έναν ίσκιο ή απάγκιο καθόταν και το γρατζούναγε. Το έβαζε στον ώμο κι έπαιζε στα τυφλά. Στηνόταν τα πρωινά στην πλατεία έξω από την Εθνική Τράπεζα κι άρχιζε τα ρεμπέτικα. Ο πολύς κόσμος τον αγνοούσε. Κάποιοι διασκέδαζαν με τη μουσική και το κέφι του. Άλλοι διασκέδαζαν μαζί του. Δεν είχε καλή φωνή, ούτε έπαιζε καλά, αλλά αγαπούσε αυτό που έκανε και πάνω από όλα αγαπούσε το μπουζούκι του. Του το έσπασαν κάποια γυφτόπουλα έξω από τα δικαστήρια ένα πρωί.

Ο Μανώλης κόντευε τα εξήντα και δεν είχε στο κεφάλι του τρίχα ούτε για δείγμα. Φορούσε βράδυ πρωί το ίδιο σκοροφαγωμένο σακάκι κι ένα κιτρινισμένο πουκάμισο. Τα παπούτσια του ήταν μπαλωμένα κι αγυάλιστα. Στο πέτο του σακακιού ξεπρόβαλε ένα στομωμένο ξυράφι bic. Συχνά θα τον πετύχαινες σε κάποιο σιντριβάνι ή βρύση του δήμου να ξυρίζεται κόντρα κρατώντας έναν σπασμένο καθρέπτη βέσπας. Δεν είχε σπίτι, ούτε οικογένεια. Τη μέρα που του έσπασαν το μπουζούκι κάτι έσπασε μέσα του. Όσα λίγα λογικά του είχαν μείνει τα έχασε κι αυτά. Γυρνούσε χαμένος και μόνος. Το μπουζούκι ήταν όλα όσα είχε.

Το περιστατικό μού το εξιστόρησαν στο κουρείο, ενώ με ετοίμαζαν για κούρεμα. Ο Μανώλης έτυχε να περάσει έξω από το μαγαζί και ήταν η πρώτη φορά που τον έβλεπα χωρίς το όργανό του. Κούρνιασε στα σκαλιά του ταχυδρομείου απέναντι και κοιτούσε με μαράζι τα ηλεκτρικά καλώδια πάνω από τα κεφάλια μας. Σχολίασα την απουσία του μπουζουκιού και ο Γιάννης με ενημέρωσε. Είχε δει το σκηνικό με τα μάτια του.

Πέντε γυφτόπουλα, είπε. Του άρπαξαν το μπουζούκι και το πετούσαν λες και παίζανε κορόιδο. Έκαναν στα ψέματα πως του το έδιναν και το έπαιρναν πάλι πίσω. Στο τέλος βαρέθηκαν και το κοπάνησαν στο τσιμέντο και το έκαναν κομμάτια. Ο Μανώλης έπεσε στα γόνατα κι έβαλε τα κλάματα.

«Τον λυπήθηκε η καρδιά μου» είπε ο Γιάννης.

Κοίταξα τον Μανώλη από την αντανάκλαση του καθρέφτη. Καθόταν ζαρωμένος με το βλέμμα στο χώμα. Τα δάχτυλά του τρεμόπαιζαν σαν να χάιδευε χορδές με τη φαντασία του.

Μια σκέψη πέρασε από το μυαλό μου.

«Πόσο να κάνει ένα μπουζούκι;» αναρωτήθηκα.