Κατακτώντας Το Έβερεστ

Κατακτώντας τους Εαυτούς μας


 

Ο Τζορτζ Μάλορι είχε βρεθεί επανειλημμένα σε απαιτητικές κι απόκρημνες κορυφές, τόσο στην πατρίδα του όσο και στις Άλπεις, αλλά ήταν μόλις το 1921 που θα ανακάλυπτε το λόγο της ύπαρξής του, το βουνό που θα τον μετέτρεπε σε θύμα της ίδιας του της φιλοδοξίας.

Το Έβερεστ.

Η πρώτη του απόπειρα ήταν αποτυχημένη. Μια χιονοστιβάδα που παρέσυρε επτά μέλη του πληρώματος μετέτρεψε τη δεύτερη σε τραγωδία. Η τρίτη απόπειρα το 1924 του στοίχισε την ίδια του τη ζωή.

Σαν ένας άλλος Έιχαμπ κυριευμένος από την εμμονή του, βρήκε τη μοίρα του από το ίδιο το πράγμα που γύρευε να κατακτήσει.

Γιατί επέμενε όμως να επιστρέφει;

Σίγουρα ήταν κάτι περισσότερο από απλό πείσμα κι εγωισμό.


Ο Μάλορι ήταν βετεράνος του βρετανικού στρατού, με τα τραύματα του πρώτου παγκόσμιου πολέμου νωπά στη μνήμη του, με τον τρόμο των χαρακωμάτων ακόμα χαραγμένο στο μυαλό του.

Όπως συνέβη σε όλους όσοι επέστρεψαν από τον πόλεμο, ο Μάλορι δεν ήταν ίδιος με πρώτα και ο κόσμος όπως τον ήξερε δεν υπήρχε πια. Όταν τα πάντα έχουν αλλάξει, όταν όλα φαίνονται ξένα και αβέβαια, στρέφεσαι σε αυτό που ξέρεις καλύτερα να κάνεις και για τον Μάλορι αυτό ήταν η ορειβασία.

Είχε ανάγκη από κάτι γνώριμο και στέρεο, από κάπου να πιαστεί, μια σταθερά.

Ένα βουνό δε θα πάει πουθενά, ένα ποτάμι δε θα σε κρίνει, η φύση θα σε δεχτεί και θα σε αγκαλιάσει όπως είσαι, γι’ αυτό που είσαι. Είναι εκεί όταν τίποτα άλλο δεν είναι.

Έτσι η απάντησή του, όταν ρωτήθηκε από τους New York Times για ποιο λόγο κάποιος να ανέβει το Έβερεστ, ήταν τόσο αυθόρμητη, όσο και αφοπλιστική μες στην απλότητά της.

“Γιατί είναι εκεί” είπε ο Μάλορι.


 

Η Κίνηση Ξεκλειδώνει τη Δυνατότητα

Οι διάσημες αυτές τρεις λέξεις, που έχουν χρησιμοποιηθεί κατά κόρον για να δικαιολογήσουν μία φαινομενικά παράλογη φιλοδοξία, ηχούν ανεπαρκείς στα αυτιά ενός απαίδευτου ακροατή, αλλά συνοψίζουν καλύτερα από οποιονδήποτε άλλο συνδυασμό λέξεων όσα υπονοούνται από πίσω.

Το Έβερεστ συνιστούσε μια πρόκληση, η απάτητη από άνθρωπο κορυφή του ένα νέο σύνορο προς κατάκτηση. Ήταν το αρχέγονο κάλεσμα στην περιπέτεια. Ήταν το ερέθισμα που ενεργοποιούσε την ενστικτώδη ανάγκη για εξερεύνηση, το καύσιμο που φούντωνε τη φλόγα της ανθρώπινης περιέργειας.

Το βουνό έθετε ένα κρίσιμο ερώτημα που όφειλε να απαντηθεί. Ήταν μια νέα δοκιμασία για τα όρια της ανθρώπινης αντοχής.

Κι αν υπάρχει κάτι που χαρακτηρίζει την ανθρώπινη φύση καλύτερα από τους ίδιους της τους περιορισμούς είναι η αλύγιστη θέλησή της κάθε φορά να τους ξεπερνάει.

Το βουνό υψωνόταν σαν κοφτερός λευκός κυνόδοντας μες στα σαγόνια του κόσμου. Έτσι έγραφε ο Μάλορι στις σημειώσεις του μαγεμένος από τον γοητευτικό του κίνδυνο, μα ο πραγματικός εχθρός δεν ήταν ποτέ το βουνό.

Σε κάθε μας φιλόδοξη απόπειρα, σε κάθε τολμηρό εγχείρημα, στην ανάβαση ενός βουνού, στον τερματισμό ενός μαραθωνίου, στη συγγραφή ενός απαιτητικού μυθιστορήματος, στην πραγματικότητα μαχόμαστε ενάντια στους ίδιους μας τους εαυτούς.

Επιδιδόμαστε σε έναν αγώνα να τους διαψεύσουμε. Επιχειρούμε να νικήσουμε τους φόβους, να υπερβούμε τις ανασφάλειες, να σιγήσουμε τις αμφιβολίες.

Να ξεκλειδώσουμε όλες αυτές τις δυνατότητες που δεν ξέρουμε καν ότι κρύβουμε και φανερώνονται όταν βάζουμε πλώρη για το αδύνατο. 

Στα κύτταρά μας υπάρχει αδρανοποιημένο γενετικό υλικό που περιμένει να εκδηλωθεί, αλλά επιστρατεύεται μόνο μπροστά σε μια ικανοποιητική πρόκληση. Γι’ αυτό η εξόρμηση, το ταξίδι, η δράση, η δημιουργία αποτελούν απαραίτητες προϋποθέσεις για μια ουσιώδη ζωή.

Η ζωή είναι κίνηση. Χωρίς το δεύτερο δεν υπάρχει το πρώτο. Χωρίς κίνηση όσα θα μπορούσαμε να γίνουμε θα μείνουν για πάντα ανεκπλήρωτα, θαμμένα κάτω από τη νωθρότητα του οικείου και του άνετου.

Χωρίς θάρρος όμως δε θα τολμήσουμε. Χωρίς θέληση δε θα συνεχίσουμε. Χωρίς υπομονή και πίστη δε θα φτάσουμε.

Νέες συνάψεις δημιουργούνται στον εγκέφαλό μας όταν ερχόμαστε αντιμέτωποι με κάτι άγνωστο και πρωτόγνωρο, νέες δεξιότητες καλλιεργούνται, νέα γνώση αποκτιέται. Η ανάγκη των νέων συνθηκών μας επιτάσσει να προσαρμοστούμε, να εξελιχτούμε.

Επιστρέφοντας από το ταξίδι γυρίζουμε διαφορετικοί. Το ποιοι ήμασταν πριν αυτή την εξόρμηση έχει πια για πάντα χαθεί. Ο παλιός μας εαυτός έχει υποστεί τόσο έναν συμβολικό όσο κι έναν φυσικό θάνατο. Πια είμαστε αλλαγμένοι όχι μόνο πνευματικά, μα και σε επίπεδο φυσιολογίας.

Μα για κανέναν άνθρωπο δεν είναι εύκολο να συνηθίσει στην ιδέα του θανάτου. Γι’ αυτό αντιμαχόμαστε την αλλαγή, γι’ αυτό αντιστεκόμαστε στην κίνηση.

Κάθε θάνατος στο τέλος είναι μια πάλη με τον ίδιο μας τον εαυτό, η απροθυμία μας να αφεθούμε από την προγενέστερη κατάσταση της ύπαρξής μας. Γι’ αυτό το να μάθεις να ζεις, απαιτεί από σένα πρώτα το να μάθεις να πεθαίνεις.

Με τον ίδιο τρόπο το βουνό για τον Μάλορι αποτελούσε μια συμβολική απεικόνιση του εσωτερικού του αγώνα. Η ανάβασή του αποκτούσε τη σημασία μιας τελετουργικής μετάβασης σε μια ανώτερη πνευματικότητα.

Όταν υψώνεσαι, η οπτική σου διευρύνεται. Όταν στο βλέμμα σου χωρά ο κόσμος, το μέτρο σύγκρισης αλλάζει. Από εκεί ψηλά τα προβλήματα που παραμένουν στη γη χωρούν να κρυφτούν κάτω από τον αντίχειρά σου.

Η κατάκτηση της ψηλότερης κορυφής στον κόσμο θα έδινε στον Μάλορι τη σιγουριά και την ηρεμία που χρειαζόταν.

Αν είχε τη δύναμη να τιθασεύσει την αφιλόξενη αγριότητα του Έβερεστ, είχε επομένως και τη δύναμη να επιβληθεί στους δαίμονές του ή, ακόμα καλύτερα, να συμφιλιωθεί μαζί τους.


 

Τελευταίες Σκέψεις

Θεωρούμε πως η ψυχική ηρεμία και η πνευματική υγεία αποτελούν προεπιλεγμένες λειτουργίες της ανθρώπινης φύσης που διαταράσσονται μονάχα από εξωγενείς παράγοντες. Μια τέτοια πεποίθηση μας παραπλανά πως η επιστροφή στην προηγούμενη κατάσταση εσωτερικής γαλήνης θα συμβεί αυτόματα, όταν οι παράγοντες αυτοί εξαλειφθούν.

Σε αυτήν ακριβώς την παρανόηση έγκειται το πρόβλημα.

Οι άνθρωποι ταλαιπωρούνται από χρόνιες ψυχικές νόσους, νευρώσεις και διαταραχές, νιώθουν άσχημα και βασανίζονται από τύψεις που δεν είναι ψυχικά ήρεμοι, πνευματικά υγιείς κι ευτυχισμένοι, κι αυτό γιατί νομίζουν πως κάτι πάει στραβά με τους ίδιους, πως κάτι είναι λάθος στην κατασκευή τους που τους αποτρέπει από το να είναι υγιείς. Η αλήθεια είναι ότι απλώς δεν έχουν μάθει ακόμα το εξής.

Η πνευματική υγεία χτίζεται. Δεν είναι ούτε αυτόματη, ούτε αυτονόητη.

Ο Μάλορι, όπως είναι λογικό, μετά τον πόλεμο έπασχε από μετατραυματικό στρες. Ο πόλεμος είχε τελειώσει, αλλά όχι για εκείνον.

Το μειωμένο οξυγόνο στις πλαγιές του Έβερεστ δυσχέραινε την αναπνοή με τον ίδιο τρόπο που η ρίψη ασφυξιογόνων αερίων στον πρώτο παγκόσμιο έφραζε τα πνευμόνια του.

Κάτι τέτοιο ήταν αρκετό να ξυπνήσει κάθε επώδυνη ανάμνηση και αντανακλαστική αντίδραση φόβου. Ο Μάλορι έκανε ορειβασία και πριν τον πόλεμο, επομένως γνώριζε πως αυτό ήταν πιθανό να συμβεί.

Αυτό σημαίνει ότι, με την ίδια αποφασιστικότητα που ριχνόταν σε μια μάχη, βάδισε συνειδητά και οικειοθελώς στο μέρος όπου το τραύμα του θα είχε πάνω του τη μεγαλύτερη δύναμη κι επιρροή.

Μέσα του.

Το Έβερεστ ήταν μόνο η αφορμή κι ο τρόπος, η δίοδος, όπως σε μένα παρόμοια έχει εξυπηρετήσει τον ίδιο σκοπό η συγγραφή δύο μέχρι στιγμής βιβλίων.

Κάθε ένας από εμάς κουβαλάει μέσα του το δικό του Έβερεστ· τον δικό του πόνο, τα δικά του προβλήματα, τα δικά του τραύματα. Από μόνα τους δεν πρόκειται να διευθετηθούν. Απεναντίας όσο τα αγνοείς ολοένα θα θεριεύουν επιζητώντας την προσοχή σου. Παρόλα αυτά, το καθήκον που καλούμαστε να αναλάβουμε φαντάζει τόσο υπεράνθρωπο που η όψη του και το μέγεθός του πολλές φορές αρκούν για να μας αποθαρρύνουν.

Έτσι γυρίζουμε την πλάτη στο βουνό, αποστρέφουμε το βλέμμα, βρίσκουμε δικαιολογίες, καθησυχαζόμαστε με ψέματα, απωθούμε, σπρώχνουμε πράγματα κάτω από το χαλί, κρυβόμαστε πίσω από το δάχτυλό μας. Το βουνό όμως μένει εκεί. Φράζει τον δρόμο σου και δεν υπάρχουν παρακάμψεις.

Πάνω από το βουνό είναι ο μόνος δρόμος.

Δεν μπορώ να ξέρω πόσο θα διαρκέσει η ανάβαση, πόσο κακοτράχαλο κι απότομο θα είναι το μονοπάτι, ούτε πόσες δυσκολίες θα συναντήσεις. Μπορώ με σιγουριά όμως να πω το εξής.

Η κορυφή θα σε ανταμείψει.

Τίποτα δεν συγκρίνεται με τη θέα εκεί απάνω.