Θα Επανορθώσω, Το Υπόσχομαι


Αυτό το Σαββατοκύριακο ήταν η σειρά μου να περάσω χρόνο με τον γιο μου.

Τον έβλεπα δύο φορές τον μήνα και σε ειδικές περιπτώσεις, όπως γενέθλια και γιορτές. Μου επιτρεπόταν ένα τηλεφώνημα τη μέρα για δεκαπέντε λεπτά, αλλά δεν κατάφερνα πάντα να τον ακούσω. Υπήρχαν φορές που έλειπε ή που η Μιχαέλα ισχυριζόταν πως έλειπε ή που ξεκάθαρα δε με άφηνε να του μιλήσω. Κάλυπτε το ακουστικό με το χέρι της, όμως την άκουγα να ψεύδεται πως ήταν κάποιος άλλος στο τηλέφωνο.

Πάρκαρα έξω από το παλιό μου σπίτι στις οχτώ το πρωί ακριβώς. Η ξυλεία που είχα παραγγείλει για ένα δεντρόσπιτο είχε παραδοθεί κατά την απουσία μου και παρέμενε στοιβαγμένη δίπλα στο μεγάλο πεύκο. Οι γαρδένιες μου στο περβάζι της κουζίνας είχαν μαραθεί και τα παρτέρια ήταν ασκάλιστα. Έψαξα στην τσέπη μου για τα κλειδιά από συνήθεια και μετά χτύπησα το κουδούνι. Στο μεταξύ έβγαλα τη βέρα μου. Ήμουν ντυμένος απλά, αλλά κομψά. Είχα ένα περιποιημένο γένι σε σχέση με την προηγούμενη φορά, ένα φρέσκο κούρεμα και μια τρίμηνη συνδρομή σε γυμναστήριο.

Ένας άντρας άνοιξε την πόρτα. Κρατούσε την αναμνηστική κούπα μου από το ταξίδι μας του μέλιτος στην Πράγα και διάβαζε την εφημερίδα μου. Είπε μια τυπική καλημέρα και ρώτησε ποιος είμαι. Το ίδιο τον ρώτησα κι εγώ και ζήτησα τη Μιχαέλα. Κοίταξε το ρολόι του και φώναξε την πρώην μου στο κατώφλι. Στο χολ είδα δύο μεγάλες αποσκευές με ροδάκια. Η Μιχαέλα μου έκλεισε την είσοδο με το κορμί της. Το άρωμά της με χτύπησε στο πρόσωπο.

«Θα φύγεις;»

Κοίταξε τις βαλίτσες πάνω από τον ώμο και στένεψε το άνοιγμα της πόρτας. Κάτι είπε για ένα συνέδριο στη Θεσσαλονίκη. Εκείνη τη στιγμή επέλεξα να εστιάσω σε αυτό που είχε σημασία και είπα πως θα κρατούσα το παιδί όσο χρειαζόταν.

«Όχι, θα φέρεις τον Παναγιώτη κανονικά αύριο» βιάστηκε να με διακόψει. «Έχω ήδη ειδοποιήσει τη μητέρα μου».

«Αύριο είναι Κυριακή. Τη Δευτέρα εννοείς».

«Συγνώμη, ξέχασα να στο πω» έκανε με ύφος και σκαρφίστηκε μια δικαιολογία.

Διαμαρτυρήθηκα. Είχα κάνει σχέδια για το διήμερο.

«Δεν είναι δικό μου πρόβλημα» είπε.

«Το έχω υποσχεθεί στο παιδί».

«Τότε θα πρέπει να αθετήσεις την υπόσχεσή σου».

Τα όριά μου ήταν κάτι που η Μιχαέλα λάτρευε να δοκιμάζει.

«Γιατί το κάνεις αυτό;» ρώτησα.

«Δε φτιάχνω εγώ τους νόμους» είπε.

Της επιτρεπόταν να μου αρνηθεί το χρόνο μου με τον γιο μου, αν υπήρχε βάσιμος λόγος. Εντελώς συμπτωματικά ο κόσμος αποφάσιζε να τελειώσει μόνο τις μέρες που έπαιρνα τον Παναγιώτη. Έσκυψα στο πρόσωπό της.

«Δε χρειάζεται τόση κακία» είπα.

Χαμήλωσε το κεφάλι. Σταύρωσε τα χέρια και χάιδεψε το μπράτσο της. Φώναξε τον μικρό.

Άκουσα το ποδοβολητό στις σκάλες και τον γδούπο της προσγείωσης, γιατί πάντα πηδούσε τα τελευταία τρία σκαλιά. Προσπέρασε τη μητέρα του και χώθηκε στην αγκαλιά μου. Τον σήκωσα στον αέρα και του ανακάτεψα τα μαλλιά. Σφίχτηκε πάνω μου σαν χταπόδι και με φίλησε στο μάγουλο. Ο γιος μου ήταν οκτώ χρονών και έμοιαζε σε μένα.

 «Η διατροφή του μήνα δεν έχει μπει ακόμα» μας διέκοψε η Μιχαέλα. Δαγκωνόταν και χτυπούσε το πόδι στο πάτωμα. «Σκοπεύεις να κάνεις κάτι γι’ αυτό;»

Χτύπησα φιλικά τον γιο μου στην πλάτη, του έδωσα την τσάντα του και ζήτησα με χαμόγελο να με περιμένει στο αμάξι. Ύστερα την κοίταξα ανέκφραστος.

«Κάνω ό,τι καλύτερο μπορώ» είπα.

«Δεν είναι αρκετό απ’ ό,τι φαίνεται».

«Τίποτα δεν είναι αρκετό για σένα».

Της γύρισα την πλάτη κι έφυγα με την εικόνα του θιγμένου της προσώπου να με ζεσταίνει. Μπήκα στο αμάξι, φόρεσα τη ζώνη μου, άναψα τη μηχανή και κοίταξα τον γιο μου. Ο Παναγιώτης ψαχούλευε σκυφτός πάνω από την τσάντα του. Παραμέρισε το μανίκι μιας γυαλιστερής κόκκινης στολής του Φλας κι ανέσυρε ένα ημερολόγιο που κλείδωνε με λουκέτο. Βολεύτηκε στη θέση του, τράβηξε το σπάγκο που είχε περασμένο στον λαιμό και φανέρωσε ένα κλειδί κρυμμένο στη μπλούζα του. Τα μάτια του άστραψαν. Ξεκλείδωσε το ημερολόγιο και το ξεφύλλισε. Είδα κάποια πρόχειρα σκίτσα, ιδέες έντονα υπογραμμισμένες, σημειώσεις στα περιθώρια και σχεδιαγράμματα ιστορίας. Θα πηγαίναμε το διήμερο στην Αθήνα για την ετήσια έκθεση κόμικς και ανυπομονούσε να δείξει τη δουλειά του στους επαγγελματίες.

Μάζεψα όσο θάρρος είχα και του είπα πως τα σχέδιά μας ακυρώθηκαν. Εξήγησα το λόγο παρόλο που δε θα απάλυνε την απογοήτευση. Ο Παναγιώτης αναστέναξε, έκλεισε το ημερολόγιο, είπε ψέματα πως δεν πειράζει κι έστρεψε το βλέμμα πέρα.

«Θα επανορθώσω. Το υπόσχομαι» είπα με σφιγμένα χείλη.

Ήταν δέκα λεπτά μέχρι το καινούργιο μου διαμέρισμα, το κοντινότερο που είχα βρει στις αγγελίες. Στο μεταξύ ρώτησα τα νέα του. Ρώτησα για το κόμικ που δούλευε. Ρώτησα τι κάνουν οι φίλοι του. Του είπα πως ήθελα να μιλάμε συχνότερα στο τηλέφωνο. Του είπα πως θα τον παίρνω κάθε μέρα στις επτά το απόγευμα. Του ζήτησα να είναι κοντά στην συσκευή για να το σηκώνει ο ίδιος. Δεν είπα γιατί.

«Πότε θα φτιάξουμε το δεντρόσπιτο;» με ρώτησε.

«Πρέπει να συνεννοηθώ πρώτα με τη μητέρα σου» είπα.

Μου ζήτησε να βιαστώ για να παίζει φρούριο με τους φίλους του. Τον ρώτησα πώς παίζεται το παιχνίδι και μου εξήγησε. Ο Παναγιώτης είχε ταλέντο στο να είναι αγαπητός και δημοφιλής και κάποτε, όταν τον ρώτησα πώς τα καταφέρνει, μου αποκάλυψε το μυστικό του. Ήταν τόσο απλό.

«Σκέφτομαι ένα καινούργιο παιχνίδι και μετά καλώ όποιον συμπαθώ να παίξει μαζί μου» είχε πει.

Δέκα λεπτά αργότερα φτάσαμε. Πάρκαρα λίγο πιο κάτω από την είσοδο της πολυκατοικίας. Βγάλαμε τα πράγματα από το αμάξι και κλείδωσα. Το διαμέρισμά μου ήταν μια γκαρσονιέρα στούντιο σαράντα τετραγωνικών στον τρίτο με τα απολύτως απαραίτητα, μια βιβλιοθήκη με τα βιβλία μου, το πικάπ με τους δίσκους μου, ένα κρεβάτι κι έναν καναπέ, στον οποίο κοιμόμουν όταν ερχόταν ο Παναγιώτης. Δεν είχα τηλεόραση, ούτε υπολογιστή, ούτε ίντερνετ. Ο χώρος ήταν τόσο άδειος που η φωνή έκανε αντίλαλο. Η Μιχαέλα απορούσε που μπορούσα να ζω έτσι. Δεν καταλάβαινε πως μπορείς να είσαι χαρούμενος με λίγα. Είχα όμως ωραία θέα και μπαλκόνι που είχα ομορφύνει με γλαδιόλες και τουλίπες, με λεβάντες και γιασεμί και διμορφοθήκες που περιποιούμουν και πότιζα.

Ο Παναγιώτης άφησε την τσάντα του δίπλα στην είσοδο και ξάπλωσε στον καναπέ. Τακτοποίησα τα υπόλοιπα πράγματα στην ντουλάπα κι έκατσα δίπλα του. Γύρισε στο πλάι και σταύρωσε τα χέρια στο στήθος. Τίναξε τον ώμο του, όταν έκανα να τον αγγίξω. Αποσύρθηκα σκεφτικός στην άλλη άκρη του καναπέ. Του έδωσα χώρο να υπάρξει και σε μένα χώρο να σκεφτώ. Τότε τινάχτηκα όρθιος.

«Τι είναι αυτό;» είπα. Έκανα το χέρι μου χωνί γύρω από το αυτί μου. «Ένα βουητό σαν… Δεν το ακούς;»

Ο Παναγιώτης με κοίταξε με απορία.

«Όχι, τι είναι;»

«Ελικόπτερα Απάτσι. Μας εντόπισαν» είπα. «Πρέπει να κρυφτούμε». Πετάχτηκα μέχρι το πάσο του νεροχύτη, έκοψα δυο μπανάνες από τη φρουτιέρα και πέταξα τη μία στον Παναγιώτη. «Γρήγορα, πάρε το όπλο σου».

«Γιατί μας κυνηγάνε;» μου φώναξε και καλύφθηκε με ένα σάλτο πίσω από τον καναπέ, ενώ εγώ σερνόμουν με τους αγκώνες προς το μέρος του.

«Κλέψαμε τα σχέδια της βάσης τους. Πρέπει να τα πάμε πίσω στον αρχηγό πριν μας πιάσουν. Όλοι βασίζονται πάνω μας».

Μου ένευσε πως καταλαβαίνει. Το χαμόγελο είχε επιστρέψει στο πρόσωπό του και μια λάμψη φώτιζε ξανά τα μάτια του.