Η Επιλογή


Ήταν έγκυος και ύστερα δεν ήταν πια.

H κλινική βρισκόταν πίσω της. H γυναίκα απομακρυνόταν με βιασύνη. Το κύμα των ανθρώπων περπατούσε ανάποδα. Περνούσαν δίπλα της ξυστά και τη χτυπούσαν με τους ώμους τους.

Μπήκε στο πρώτο φαρμακείο που βρήκε κι έβγαλε από την τσέπη ένα χαρτί με ορνιθοσκαλίσματα. Η φαρμακοποιός διάβασε τη συνταγή. Άπλωσε το χέρι σε ένα ράφι ανάμεσα στα τεστ εγκυμοσύνης και τις βρεφικές κρέμες. Η γυναίκα πλήρωσε το αντίτιμο που της αναλογούσε και βγήκε στο πεζοδρόμιο. Ο ήλιος πόνεσε τα μάτια της. Φόρεσε τα μαύρα της γυαλιά και προχώρησε μετρώντας τα βήματά της στο τσιμέντο. Την περικύκλωναν θεόρατα κτίρια.

Η εκκλησία στην κοντινή πλατεία χτύπησε την καμπάνα αναγγέλλοντας την ώρα. Ένα σμήνος περιστεριών μαζεμένο γύρω από τα τρίμματα μιας τυρόπιτας πέταξε στον αέρα, καθώς ένα νήπιο έτρεξε ατσούμπαλα καταπάνω του. Στην παιδική χαρά κοντά στην εκκλησία τα παιδιά έκαναν κούνια, τραμπάλα, κρεμόντουσαν από μονόζυγα και καβαλούσαν αλογάκια που ταλαντεύονταν σε παχιά ελατήρια. Ο αέρας μετέφερε τις παιδικές φωνές και τα γέλια στα αυτιά της.

Η γυναίκα ένιωσε μια ελαφριά ζαλάδα και γύρεψε έναν φυσικό χυμό πορτοκάλι. Μπήκε σε ένα Μικρογεύματα Γρηγόρης και στράγγισε τον χυμό της στα όρθια, ώσπου ο αέρας αναδεύτηκε στο καλαμάκι της. Πέταξε το πλαστικό κύπελλο στα σκουπίδια και κατευθύνθηκε προς την έξοδο. Ένα βρεφικό καροτσάκι την εμπόδισε να περάσει την πόρτα. Η μητέρα έστριψε το καρότσι δεξιά, αλλά η γυναίκα επέλεξε την ίδια μεριά.

«Συγνώμη» είπε.

Μετά άλλαξαν συγχρόνως κατεύθυνση κι έπαθαν το ίδιο.

«Συγνώμη» είπε και πάλι.

Η γυναίκα υποχώρησε και άφησε τη μητέρα να προχωρήσει. Καθώς το καρότσι περνούσε από μπροστά της, κοίταξε το μωρό που βύζαινε αποκοιμισμένο το δάχτυλό του.

Ζήτησε για τρίτη φορά συγνώμη.