Περί Ελευθερίας

Ή γιατί επιλέγουμε να είμαστε δέσμιοι

Ο όρος έλλειμα αναφέρεται στο βασικό οικονομικό πρόβλημα της διαφοράς ανάμεσα σε περιορισμένες παροχές και απεριόριστη θεωρητικά ζήτηση. Η δυσαναλογία της ζήτησης και της προσφοράς ταράζει το ευαίσθητο οικοσύστημα και η αγορά επαναπροσδιορίζει τους όρους για να πετύχει ξανά την επιθυμητή ισορροπία. Το κατορθώνει με την αύξηση των τιμών.

Με απλά λόγια, όσο πιο σπάνιο ή δυσεύρετο είναι ένα αγαθό, τόσο ανεβαίνει η αξία του.

Τώρα αν εξετάσουμε τα κοινωνικά δικαιώματα κάτω από το πρίσμα της οικονομικής επιστήμης και τα θεωρήσουμε αγαθά, μπορούμε εύκολα να διακρίνουμε τα πιο πολύτιμα ανάμεσά τους. Πιστεύω θα συμφωνήσουμε πως η ελευθερία και το δικαίωμα του αυτοδιάθεσης καταλαμβάνουν τις πρώτες θέσεις της λίστας.

Για καλή μας τύχη, οι δημογραφικές έρευνες των τελευταίων ετών επιβεβαιώνουν πως διανύουμε την πιο ειρηνική περίοδο στην ανθρώπινη ιστορία και ο αριθμός των ελεύθερων δημοκρατικών χωρών ολοένα αυξάνει. Τα νούμερα μπορεί να ταλαντεύονται πού και πού, αλλά κανείς δεν μπορεί να αρνηθεί την ύπαρξη μιας ανοδικής πορείας.

Αυτό με κάνει λοιπόν να αναρωτιέμαι.

Γιατί  η ελευθερία θεωρείται ακόμα το ακριβότερο όλων των αγαθών, τόσο ακριβό που πολλές φορές στο όνομά της οι άνθρωποι είναι διατεθειμένοι να δώσουν και τη ζωή τους, από τη στιγμή που ποτέ ξανά στη ροή του χρόνου δεν υπήρξαν τόσοι πολλοί λαοί ταυτόχρονα ελεύθεροι;


Μια υπόθεση

Ίσως είναι επειδή, σε αντίθεση με τη λανθασμένη άποψη που έχει διαμορφωθεί, η ελευθερία δεν αποτελεί αναφαίρετο δικαίωμά σου, αλλά προνόμιο που μπορεί να κατασχεθεί ανά πάσα στιγμή. Γιατί είναι κάτι εύθραυστο και φευγαλέο και αναντικατάστατο.

Από την άλλη ίσως είναι γιατί η ελευθερία είναι όντως δυσεύρετη. Γιατί ελευθερία δεν είναι μόνο να μην έχεις έναν δυνάστη πάνω από το κεφάλι σου, ένα μαστίγιο στην πλάτη σου, μια αλυσίδα στο πόδι σου. Ούτε ελευθερία είναι να πηγαίνεις μια φορά κάθε τέσσερα χρόνια στην κάλπη.

Το να είσαι ελεύθερος πάνω από όλα είναι τρόπος σκέψης.

Η ελευθερία είναι μια κατάσταση που πρέπει να κατακτηθεί καταρχήν μέσα σου. Γιατί έχουν υπάρξει άνθρωποι κλεισμένοι σε μικρά βρόμικα κλουβιά κι ωστόσο έτρεχαν ελεύθεροι με τη φαντασία τους σε καταπράσινα λιβάδια ή χάνονταν παρασυρμένοι στον χείμαρρο της μαγείας μιας μελωδίας που έπαιζε στο μυαλό τους, αλλά πόσο ελεύθερος μπορείς να πεις πως είναι ένας άνθρωπος που δε βρίσκεται μες σ’ ένα κλουβί, που ζει σε μια δημοκρατική χώρα, αλλά δουλεύει δέκα ώρες τη μέρα πίσω από ένα γραφείο για να πληρώνει λογαριασμούς και φόρους και να μην παίρνει τίποτα πίσω σε αντάλλαγμα;

Η ελευθερία που βιώνουμε σήμερα είναι μια χίμαιρα, μια παραπλανητική μανούβρα, μια ψευδαίσθηση που δε διαφέρει σε τίποτα από τις παραστάσεις στο μυαλό ενός σχιζοφρενή.


Τα δεσμά μας

Δυστυχώς όσο μεγαλώνω τόσο πιο πολύ φθάνω στη λυπηρή διαπίστωση πως σε ολόκληρη την ανθρώπινη ιστορία δεν πρέπει να υπήρξε ποτέ ούτε ένας άνθρωπος που να έζησε πραγματικά ελεύθερος.

Είσαι δέσμιος της ανάμνησης μιας παλιάς αγάπης, ενός αρχέτυπου, που καθορίζει πια όλους τους επόμενους εραστές ή που η θύμησή της σε κρατά πίσω και σου στερεί την ευτυχία στην αγκαλιά ενός καινούργιου προσώπου.

Είσαι δέσμιος ανόητων δεισιδαιμονιών, προκαταλήψεων και παραδόσεων που περνάνε από γενιά σε γενιά και ο μόνος λόγος που γεννήθηκαν εξαρχής ήταν η παλαβομάρα και η αγραμματοσύνη ανθρώπων που δεν έβαζαν το μυαλό τους να δουλέψει ή που εφεύρισκαν ιστορίες για να αποφύγουν παρεξηγήσεις και την επικριτική ματιά της κοινωνίας. Ειλικρινά φαίνεται πως ο μόνος λόγος που εξακολουθούν να υπάρχουν τέτοιες προκαταλήψεις είναι επειδή απλώς υπάρχουν για πολύ καιρό και πια γίνονται υποσυνείδητα, σαν μια συνήθεια. Αρκεί να κάτσεις ένα λεπτό και να σκεφτείς χωρίς τις υπερφυσικές παρωπίδες της παράδοσης, για να δεις πόσο παράλογες πραγματικά είναι. «Μην χτυπάς τα κλειδιά, είναι γκρίνια… Δεν κάνει να βγεις από το σπίτι αν το μωρό δεν σαραντίσει… Βγες από την ίδια πόρτα που μπήκες μη χαλάσει το γούρι… Μην αφήνεις το ψωμί ανάποδα στο τραπέζι, δεν κάνει καλό…». Θα μπορούσα να γεμίσω δεκάδες σελίδες με αυτές τις αηδίες. Με το να απασχολείς το μυαλό σου με τέτοια ανούσια μικροπράγματα, στερείς στον εαυτό σου την ευκαιρία να αναλογιστεί και να δώσει λύση στα πραγματικά προβλήματα.

Είσαι δέσμιος μιας αβάσιμης πίστης σε μία θρησκεία, μόνο μία από χιλιάδες καταγεγραμμένες στα χρονικά, και ο μόνος λόγος που την έχεις είναι γιατί στην πέρασαν οι γονείς σου όταν ήσουν παιδί, όπως και αυτοί κατηχήθηκαν παρόμοια στη διάρκεια της δικιάς τους παιδικής ηλικίας. Είσαι δέσμιος μιας θρησκείας που θρέφει τους φόβους σου, τις ανασφάλειες σου, που περιορίζει τη φύση σου, που σε κάνει να νιώθεις άσχημα για τις σκέψεις σου, για τον εαυτό σου, που τονίζει τα ελαττώματά σου, αλλά παρόλα αυτά συνεχίζει να υποστηρίζει και να σε παραμυθιάζει πως έχεις φτιαχτεί καθ’ εικόνα και καθ’ ομοίωση. Είναι τόσο ηλίθια η λογική τους που δεν μπορούν να καταλάβουν πως κάτι τέτοιο θα σήμαινε πως ο θεός έχει και ο ίδιος ελαττώματα ή πως δε θα έπρεπε να έχει την απαίτηση να είσαι τέλειος από τη στιγμή που αυτός σε δημιούργησε ελαττωματικό.

Είσαι δέσμιος της γνώμης του κόσμου. Μεγαλώνεις και γαλουχείσαι με αυτό το «τι θα πει ο κόσμος». Καθορίζεις και οργανώνεις τη ζωή σου βασισμένος στις απόψεις ανθρώπων για τους οποίους στην πραγματικότητα δε δίνεις δεκάρα. Οι επιδιώξεις σου δεν είναι δικές σου, τα όνειρά σου δεν είναι δικά σου, οι προσδοκίες σου δεν είναι δικές σου. Στο τέλος δε ζεις τη δικιά σου ζωή.

Είσαι δέσμιος της μόδας, αυτής της επιφάνειας, αυτής της ρηχής, θαμπής, ψεύτικης αντανάκλασης ενός χρυσού που τελικά αποδεικνύεται περιτύλιγμα μιας φθηνής σοκολάτας δεύτερης ποιότητας. Είσαι το χάμστερ που τρέχει λιγωμένο και ξεθεωμένο σε μια ρόδα χωρίς να πηγαίνει πουθενά. Έτσι κι εσύ τρέχεις για να συμβαδίζεις με τις επιταγές της μόδας. Και γιατί; Για να καταντήσεις μια φωτοτυπία που θα θεωρείται ξεπερασμένη σε ένα χρόνο.

Είσαι δέσμιος του καταναλωτισμού κι ενός τρόπου ζωής που ζητάει μονίμως κι άλλα, κι άλλα, κι άλλα. Ενός Γαργαντούα επικών διαστάσεων που η λαιμαργία του και αυτή η αδηφάγα όρεξη για αντικείμενα κι ανέσεις δεν ικανοποιείται με τίποτα. Η ζωή σου περιστρέφεται γύρω από μια συλλογή ηλεκτρονικών συσκευών, ενός καινούργιου καλού σερβίτσιου, μιας βαριάς δρύινης τραπεζαρίας. Τα υπάρχοντά σου δε σου ανήκουν. Εσύ ανήκεις σ’ αυτά. Το χρήμα είναι ο Θεός σου. Άψυχα, ασήμαντα, χάρτινα ορθογώνια. Ένα απίστευτο κυνήγι συσσώρευσης λεφτών για την εξυπηρέτηση γιγαντωμένων αναγκών που δεν είναι καν πραγματικές. Μαζεύουμε λεφτά, αποταμιεύουμε, φτιάχνουμε ένα πλάνο συνταξιοδότησης για να αρχίσουμε να ευχαριστιόμαστε τις ζωές μας όταν φτάσουμε εξήντα πέντε χρόνων, λες και μας εγγυάται τίποτα ότι θα φτάσουμε και σ’ αυτή την ηλικία. Αν το καλοσκεφτείς θυμίζει λίγο και τις υποσχέσεις της εκκλησίας ή της οργανωμένης θρησκείας γενικότερα για μετά θάνατον ζωή.

Είσαι δέσμιος μιας πολιτικής κατεύθυνσης που σου επιβάλλει τι θα υποστηρίζεις, που ανάλογα με τα συμφέροντα διαφοροποιείται απ’ όσα υποστήριζε την προηγούμενη μέρα κι εσύ καλείσαι, σαν το άτομο χωρίς προσωπικότητα στο οποίο σε έχουν μετατρέψει, αυτόν τον υποκριτή, να διαμορφώσεις για ακόμα μια φορά τα πιστεύω σου. Τόση αξία έχουν για σένα. Μη δίνεις σημασία στα άτομα τα οποία ξεκινάνε κάθε συζήτηση ρωτώντας να μάθουν τις πολιτικές σου πεποιθήσεις. Είσαι κάτι παραπάνω από μια καλή/κακή αριστερά ή μια καλή/κακή δεξιά. Προσωπικά ο μόνος λόγος που δέχομαι κάποιος να απαντήσει στην ερώτηση αν είναι δεξιός ή αριστερός είναι όταν του την κάνει ο ράφτης του, εννοώντας φυσικά προς ποια μεριά γέρνει ο ανδρισμός του, για να κάνει τις ανάλογες μονταρισιές στο παντελόνι. Μην αυτοπροσδιορίζεσαι με όρους που άλλοι χρησιμοποιούν για να δηλώσουν την κλίση του μορίου τους.

Είσαι δέσμιος προσωπικών φόβων, βάσιμων ή αβάσιμων δεν έχει σημασία, καθώς η εμπειρία μού έχει διδάξει πως η δύναμη να τους ξεπεράσεις κρύβεται μέσα σου. Αλλά αυτό γίνεται μόνο αφού καταφέρεις να σπάσεις τα υπόλοιπα δεσμά. Είσαι δέσμιος του φόβου της αποτυχίας, του φόβου του θανάτου, του φόβου της μοναξιάς, του φόβου για το άγνωστο. Μόνο έναν τρόπο βρήκα να νικήσω αυτούς τους φόβους και όχι απλώς να τους καταπνίξω και να τους χώσω κάτω από το χαλί για να επιστρέψουν αργότερα δριμύτεροι. Αυτός είναι να έρθεις αντιμέτωπος με το φόβο, να τον κοιτάξεις στα μάτια, να τον αναλύσεις, να τον απομυθοποιήσεις, να τον ζυγίσεις όπως θα ζύγιζες έναν αντίπαλο στο ρινγκ. Τα μόνα όπλα που ξέρω που θα σε βοηθήσουν να νικήσεις είναι η φιλοσοφία, η επιστήμη και η τέχνη.

Είσαι δέσμιος της πλαστής εικόνας που προσπαθείς να διατηρήσεις στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, προσπαθώντας να πείσεις αγνώστους πως περνάς τέλεια, πως έκανες φέτος τις καλύτερες διακοπές, πως έχεις τον ομορφότερο και πιο ερωτευμένο σύντροφο. Μια ανάγκη για προβολή μιας διάφανης φούσκας. Είσαι μια πόρνη που πληρώνεται σε Like. Ανεβάζεις τραγούδια του συρμού κι ας μην είναι του γούστου σου, γράφεις καταστάσεις που δεν αντανακλούν τις πραγματικές σου απόψεις, στήνεσαι ώρες κι έχεις ανάγει σε επιστήμη το να βγάζεις επαγγελματικές φωτογραφίες που να μοιάζουν φυσικές και ανεπιτήδευτες. Ζεις ένα ψέμα. Και η επιβεβαίωση που ψάχνεις δεν πρόκειται να έρθει συνεχίζοντας να ζεις μες στο ψέμα. Είναι εκείνο το κενό αίσθημα που νιώθεις μέσα σου και δεν μπορείς να εντοπίσεις γιατί το νιώθεις. Αλλά έχεις δρόμο μπροστά σου. Προς το παρόν ακόμα σκέφτεσαι πώς γίνεται να νιώθεις κενός αφού η τελευταία φωτογραφία προφίλ σου ξεπέρασε τα διακόσια Like. Ένας αγχώδης ανταγωνισμός να αποδείξεις ποιος κάνει την καλύτερη ζωή, αλλά στο τέλος δε ζει κανένας σας πραγματικά. Και γι’ αυτό δεν είστε ελεύθεροι.


Έσπασες τις αλυσίδες σου, θα πεις, αλλά και το σκυλί που μετά από πολύ κόπο σπάει τις δικές του, φεύγοντας ένα μεγάλο κομμάτι σέρνεται ακόμα από τον λαιμό του” – Πέρσιος

Ένας άνθρωπος μπορεί να είναι λυτρωμένος από πολλά πράγματα, αλλά κανένας ποτέ δεν έζησε απόλυτα ελεύθερος, πλήρως απελευθερωμένος από φόβους, ελπίδες και παράλογες πίστεις.

Ο Μισέλ Ντε Μονταίν στο δοκίμιό του “Περί Μοναξιάς” παραθέτει τα όμορφα και εύστοχα λόγια του Πέρσιου και προσθέτει με τη σειρά του: “Κουβαλάμε τις αλυσίδες μας μαζί μας. Η ελευθερίας μας δεν είναι απόλυτη”.

Θα γίνω πιο τολμηρός και θα υποστηρίξω πως όχι μόνο τις κουβαλάμε μαζί μας, αλλά πως είμαστε εμείς αυτοί που πρώτοι τις δέσαμε. Μόνοι μας χτίζουμε τις φυλακές μας.  Μόνοι μας μαστιγώνουμε την πλάτη μας, μόνοι μας βάζουμε βαριές αλυσίδες γύρω από τους λαιμούς και τα πόδια μας. Ο Ρουσσώ είχε δίκιο. “Ο άνθρωπος γεννιέται ελεύθερος και παντού είναι αλυσοδεμένος”. Αυτό για το οποίο έκανε λάθος είναι ότι δεν μπορούμε να το αποφύγουμε.

Η ανθρώπινη φύση είναι ο μεγαλύτερος τύραννος.

Αν ο άνθρωπος δεν είχε κάποιον «αφέντη» να τον εξουσιάζει, έψαχνε μόνος του να βρει έναν, έστω ασυνείδητα. Γιατί στο τέλος ο μεγαλύτερος δυνάστης είναι ο ίδιος μας ο εαυτός. Και το κακό μετράει την αρχή του σ’ εκείνη την πρώτη φορά που ο πρωτόγονος άνθρωπος αντίκρισε το είδωλό του κι αναγνώρισε τον εαυτό του. Η επίγνωση του εαυτού είναι η πηγή όλων των κακών. Είναι η πηγή της θλίψης, είναι η πηγή του ανικανοποίητου. Είναι η αφετηρία όλων των ερωτημάτων που επιχειρούν, αν απαντηθούν, να δώσουν λόγο και νόημα στην ύπαρξή μας.

Και γι’ αυτό η ανθρώπινη φύση είναι ένα από τα πιο τραγικά ατυχήματα του σύμπαντος. Από τη μία γιατί αναζητούμε εναγωνίως κάτι που δεν υπάρχει, νόημα. Και από την άλλη γιατί το πέρασμά μας από τον κόσμο είναι τόσο γρήγορο που είμαστε καταδικασμένοι να φύγουμε με αναπάντητα τεράστια ερωτήματα.

Ίσως γι’ αυτό ψάχνουμε συνεχώς πράγματα να απασχολήσουμε την σκέψη μας. Προτιμούμε να ασχολούμαστε με τη μόδα, με τη σελίδα μας στο Facebook, με τη δουλειά, με την μπάλα, με αγορές, με επιφανειακές σχέσεις κι αγοραίους έρωτες, με κυνήγια πλούτου, δόξας και υστεροφημίας. Νομίζουμε πως έχουμε ανάγκη αυτά τα πράγματα και αυτόν τον περιορισμό, αυτή την οριοθέτηση, γιατί σε αντίθεση με το απέραντο, διαθέτει σημεία αναφοράς που μας προσανατολίζουν στο χώρο και μας δίνουν ένα πάτημα. Το αίσθημα είναι παρόμοιο με αυτό που νιώθεις όταν στέκεσαι κάπου ψηλά και κοιτάς την απεραντοσύνη του ουρανού. Ζαλίζεσαι και χάνεις τον προσανατολισμό σου. Είναι τρομακτικό. Νομίζεις ότι θα πέσεις. Ψάχνεις από κάποιου να πιαστείς. Είναι ένας μηχανισμός άμυνας, ένας τρόπος να αποσπάμε το μυαλό μας.

Γι’ αυτό και, τέλος, είσαι δέσμιος μιας μόνιμης κατάστασης μη σκέψης. Φοβάσαι τους διαρκείς φιλοσοφικούς προβληματισμούς, την άφατη υπαρξιακή αγωνία και τον πνευματικό μόχθο που προϋποθέτει μια ζωή που βιώνεται οντολογικά. Για άλλη μια φορά επιλέγεις την εύκολη λύση και προτιμάς να ζεις μουδιασμένος και περιορισμένος στο γνώριμο, στο άνετο.

Μα αυτή είναι ζωή μισή. Γιατί αυτοί που σου διδάσκουν πως είναι «μακάριοι οι πτωχοί το πνεύματι» και πως δε γίνεται ένας έξυπνος, σκεπτόμενος άνθρωπος να είναι συνάμα κι ευτυχισμένος κάνουν λάθος.

Στην αρχή ναι, το πνευματικό αυτό ταξίδι είναι όντως επίπονο και διαρκεί καιρό, μα δε θα είναι για πάντα έτσι. Όταν αρχίσουν τελικά μία μία οι μεγάλες ανησυχίες να επιλύονται, οι φόβοι να καταλαγιάζουν και να σκορπίζουν σαν καπνός, όταν αβάσταχτα ερωτήματα αρχίσουν να βρίσκουν ικανοποιητικές κι αληθινές απαντήσεις κι όχι καθησυχαστικές ονειροπαρσιές, τότε θα αρχίσεις να βιώνεις μια ανείπωτη ανανεωμένη ευτυχία, θα νιώθεις σαν να αναπνέεις καθαρό αέρα για πρώτη φορά, και θα καταλάβεις πως για πρώτη φορά δεν έχεις στεγανά, πως είσαι πραγματικά ελεύθερος και το ίδιο απέραντη γίνεται και η ευτυχία σου.

Γιατί το να είσαι ευτυχισμένος, είναι να είσαι ελεύθερος.