Απόσπασμα από το Ημερολόγιο Ενός Δειλού

“Όπως τις κοιτάζω, θυμίζει σκηνή ρομαντικής ταινίας, αλλά μόνο στο συγγραφικό μου μυαλό. Γι’ αυτές περνάω το πολύ απαρατήρητος.

Αντικρίζω στο βάθος, στο γωνιακό τραπέζι της απέναντι καφετέριας, λουσμένες στην απριλιάτικη θέρμη του κατάφωτου απομεσήμερου, μια νεαρά παρέα τεσσάρων κορασίδων, υπό το πρίσμα ενός μοναχικού, πέραν του γραψίματος τούτου, δροσιστικού καφέ.
 
Οι σκιές των περιστεριών πεταρίζουν παιχνιδιάρικα στον γκρίζο πεζόδρομο και η καστανομάλλα καλλονή με την πράσινη μπλούζα που από κάτω της προδιαγράφεται μια πλούσια, προικισμένη θηλυκότητα ανακουφίζει τον εαυτό της ανεμίζοντας την πλαστικοποιημένη σελίδα ενός, ίσως, υπερτιμημένου κατάλογου. Τα μαλλιά της είναι αδιάφορα πιασμένα σε ψηλό κότσο με μικρές τούφες να πέφτουν επιμελώς ατημέλητες στα τροφαντά της μάγουλα και να μπερδεύονται στις μακριές της βλεφαρίδες και, καθώς σκύβει να ανασύρει κάτι από το βάθος της τσάντας της, αποκαλύπτει στα τυχερά μου μάτια μια αψεγάδιαστη και αναπάντεχα ηλιοκαμένη πλάτη που θα ζήλευε μέχρι και κολυμβήτρια.
 
Η λιγότερο επιμελημένη της παρέας (βαμμένη ξανθιά με ρίζα που ξεπροβάλει, ντυμένη με αθλητικά, με το πόδι μάγκικα πατώντας στην καρέκλα και το πηγούνι της βαριεστημένα ακουμπισμένο στο γόνατο), μειδιά απορημένη σε ένα αστείο την ίδια στιγμή που η καστανομάλλα αφήνει το ίχνος του σκουρόχρωμου κραγιόν της στο φίλτρο του άκαυτου τσιγάρου της. Ο αναπτήρας της ανάβει, όπως κι εγώ.
 
Με χωρίζει από αυτές η βουή του δρόμου, ένας αναλιγωμένος πεζόδρομος με περαστικούς διαβάτες, μια κολυμβηθροειδή σιδερένια γλάστρα του δήμου που φιλοξενεί μια πανδαισία ανοιξιάτικων χρωμάτων, αλλά περισσότερο ο συμβιωτικός και απάλευτος συναισθηματικός αναλφαβητισμός μου, λιγότερο αναχαιτιστικός βέβαια τα τελευταία χρόνια και με υποχωρητικές τάσεις. Όχι τόσο υποχωρητικές ωστόσο, ώστε να διανύσω την απόσταση των μόλις οκτώ μέτρων που μας χωρίζουν και να γνωστοποιήσω την παρουσία μου.
 
Κι έτσι παραμένω αόρατος.”