Ήθελα να φύγω

Ήταν μια όμορφη καλοκαιρινή νύχτα και καθόμασταν στα κεραμίδια του σπιτιού ενός φίλου και ακούγαμε τα γέλια της υπόλοιπης παρέας από την αυλή και η κοπέλα μου έκανε δηλώσεις αγάπης τρίβοντας τον ώμο της στον δικό μου και το φεγγάρι σκαρφάλωνε στον ορίζοντα χάνοντας την κοκκινωπή χροιά του και μια ανάλαφρη αύρα δρόσιζε τα τζιτζίκια που είχαν τρελαθεί από την κάψα της μέρας και τα φύλλα στις λεύκες μάς σκέπαζαν με το απαλό τους θρόισμα και ο ουρανός πάνω μας ήταν καθαρός κι απέραντος, γεμάτος αστέρια και εκείνη τη στιγμή είχα όλα όσα κάποτε ευχόμουν και θα έπρεπε να νιώθω ήρεμος κι ευγνώμων κι ευτυχισμένος κι εγώ δεν ένιωθα έτσι και αυτό με τρόμαζε.

Με τρόμαζε που δεν πίστευα τις δηλώσεις αγάπης της κοπέλας μου, που αποτραβιόμουν στο άγγιγμά της, που όσο ερχόταν κοντά μου τόσο ήθελα να τρέξω μακριά. Με τρόμαζε που το αυγουστιάτικο φεγγάρι με άφηνε αδιάφορο, που τα αστέρια δε με συγκινούσαν, που η καταπραϋντική δράση του θροΐσματος των φύλλων με παρέκαμπτε, που ο κόσμος είχε χάσει τη μαγεία του. Με τρόμαζε που οι υπόλοιποι διασκέδαζαν κι εγώ αδυνατούσα, που ένιωθα να μην ανήκω. Με τρόμαζε που έχασα τόσο εύκολα όσα με κόπο είχα χτίσει, που η άβυσσος με κοιτούσε ξανά χωρίς να το θέλω, που όλα αυτά τα συναισθήματα επέστρεφαν ενώ πίστευα ότι τα είχα ξεπεράσει.

“Τι έχεις, βρε κούκλε;”

Είχε τόση φασαρία στο μυαλό μου που δεν είχα αντιληφθεί τη σιωπή ανάμεσά μας. Δεν ήξερα τι να απαντήσω. Τις φορές που προσπάθησα κάτι να πω τα χείλη μου αρνήθηκαν να ανοίξουν και οι λέξεις στοιβάχτηκαν στον λαιμό μου.

“Δε θα μου πεις;”

Τα μαύρα της μάτια γυάλιζαν στη νύχτα. Τα έβλεπα να με ικετεύουν, έστω για κάτι. Δε μίλησα. Δεν ήθελα να της το κάνω αυτό. Δεν ξέρω γιατί το έκανα. Κανείς μας δεν το άξιζε. Τα κεραμίδια ήταν άβολα. Η υγρασία κόλλαγε την μπλούζα στην πλάτη μου. Είχα δέσει τα χέρια γύρω από τα γόνατα και κρατούσα σφιχτά τον καρπό μου. Κοιτούσα μπροστά μου, αλλά δεν έβλεπα τίποτα. Ήθελα να φύγω. Αυτό ήξερα μόνο. Αλλά δεν έκανα ούτε αυτό.