Άργησα…

«Φόβος ή αγάπη. Δεν υπάρχει άλλος δρόμος για τη θάλασσα».

Έτσι θυμάμαι μου ‘χε πει ένας γέρος ναυτικός κάποτε, όταν προσάραξε με το πλοίο του στο λιμάνι μας. Μικρό παιδί εγώ τότε ακόμα άκουγα με δέος τις ιστορίες του. Δούλευα στο καφενείο του κυρ-Νικόλα για το καλοκαίρι, στο καλύτερο καφενείο του νησιού, τουλάχιστον κατά τα λεγόμενά του. Πήγαινα τα μπολάκια με τα φιστίκια στους κυρίους που ξημεροβραδιάζονταν εκεί παίζοντας χαρτιά ή τάβλι, και τα καραφάκια με τα ούζα, ένα ένα τη φορά, καθώς δεν μπορούσα ακόμα να κρατήσω τον δίσκο χωρίς να χύσω τις παραγγελίες. Τόσο μικρός ήμουν. Πάλευα να βγάλω ένα χαρτζιλικάκι παραπάνω για ένα ζευγάρι καινούργια παπούτσια. Ήταν ένα κορίτσι που μου άρεσε τότε και δεν μπορούσα φυσικά να την πάω για παγωτό με μπαλωμένα παπούτσια. Αν και τελικά ποτέ δε βρήκα το θάρρος να της το ζητήσω.

Μέχρι σήμερα είχα σχεδόν ξεχάσει πως τον είχα γνωρίσει, αλλά τα λόγια του αυτή τη στιγμή ήρθαν τόσο καθαρά στο μυαλό μου λες και τα διάβαζα, λες και είχαν χαραχθεί πίσω από τις κόρες των ματιών μου. Ας είναι καλά η ανιψιά μου γι’ αυτό, που ήρθε λίγο να με βάλει σε μια τάξη και ξέθαψε από το πατάρι αυτό το παλιό σκονισμένο κουτί. Τα τελευταία χρόνια αγνοούσα εντελώς την ύπαρξή του. Ένα κουτί με αναμνήσεις. Μέσα είχε μια φωτογραφία του. Ήταν ασπρόμαυρη και το χαρτί ήταν κιτρινισμένο και ξεφτισμένο. Πίσω είχε γραμμένη μια ημερομηνία. Έδειχνε τον ναυτικό κι ένα μικρό παιδί να χρησιμοποιεί το πόδι του για σκαμνί. Το παιδί μου φαινόταν τόσο γνώριμο. Θυμήθηκα και το όνομα του ναυτικού, για την ακρίβεια το παρατσούκλι του. Τον φώναζαν Αυτιά γιατί το αριστερό του αυτί στο πάνω μέρος ήταν κομμένο. Ναι, αρχίζω και θυμάμαι. Τον είχα ρωτήσει τι είχε το αφτί του. Μου είπε πως του το είχε μασουλήσει ένα ποντικός όταν είχε αποκοιμηθεί στα μαγειρεία. Δεν ένιωθε τίποτα από το πολύ ρούμι. Είχε ο καπετάνιος γενέθλια το προηγούμενο βράδυ και το κάψανε. Μία μόνο από τις πολλές ιστορίες. Αυτό πρέπει να συνέβαινε και στη φωτογραφία. Έλεγε μία από τις ιστορίες του στον μπόμπιρα της φωτογραφίας. Φαινόταν από το γέλιο και το ενδιαφέρον στο πρόσωπο του μικρού. Κάθονταν δίπλα σε ένα σιδερένιο στρογγυλό τραπέζι, με λεπτά πόδια που δίπλωναν σαν φιόγκοι. Πάνω του υπήρχε ένα ψηλό ποτήρι. Ούζο πρέπει να ‘ταν αυτό που ‘χε μέσα. Αναγνωρίζω και το λιμάνι που φαίνεται από πίσω. Ναι, ήταν σίγουρα το καφενείο του κυρ-Νικόλα. Θεέ μου, το μικρό παιδί είμαι εγώ.

Τόσο πολύ έχω αλλάξει πια που μου πήρε τόση ώρα να θυμηθώ τον εαυτό μου; Έχουν περάσει τόσα χρόνια τελικά, ε; Από μικρό παιδί με τόσες δυνατότητες να απλώνονται εμπρός μου, σε έναν μεσήλικα με γόνατα που πονάνε από την υγρασία και παλιές πληγές που θυμούνται να ξυπνήσουν με κάθε αλλαγή του καιρού. Τα νιάτα μόνο από τους νέους δεν εκτιμούνται τελικά. Και όταν χαθούν το μόνο που σου μένει είναι τα όνειρα που έκανες τότε κι έμειναν ανεκπλήρωτα και τώρα τα θυμάσαι με νοσταλγία, και οι αναμνήσεις από κείνη την περίοδο, πάντα ιδωμένες με μια αθωότητα και μια αισιοδοξία, που είναι από κείνα τα σπάνια που μπορείς να τα χάσεις μόνο μια φορά.

Άρχισα να σκαλίζω κι άλλο το κουτί. Έκανα μια βουτιά στο παρελθόν μου κι άρχισα να κολυμπάω πάνω στον αφρό των αναμνήσεων. Υπήρχαν τόσα πράγματα εκεί μέσα που αγνοούσα. Προσπάθησα να βρω κι άλλα για τον Αυτιά. Θυμάμαι μου είχε χαρίσει μερικά πράγματα. Να το, το καταραμένο. Το φαντάστηκα πως θα ήταν κάπου εδώ. Το φόρεσα κι άρχισα να γελάω. Ένα παλιό κόκκινο σκουφί, με μια μάλλινη μπάλα στην κορυφή, πλεκτό στο χέρι, σκοροφαγωμένο, που είχε ξεθωριάσει κι έδειχνε πια αχνό πορτοκαλί. Μου το είχε χαρίσει για τα δικά μου ταξίδια. «Ένας ναυτικός χρειάζεται πάντα ένα τέτοιο σκουφί», είχε πει. Τελικά δεν το φόρεσα ποτέ.

Μες στο κουτί βρήκα κι ένα κομμάτι θαμπό κεχριμπάρι. Ένα κουνούπι ήταν παγιδευμένο στο εσωτερικό του, ένας Θεός ξέρει πόσα χρόνια, μπορεί και χιλιάδες. Ένα αναμνηστικό από ακόμα ένα ταξίδι. Ήταν η αφορμή μιας άλλης ιστορίας, τότε που είχαν χαθεί σε μια καταιγίδα και τους έβγαλε στο εσωτερικό ενός κούφιου ξερονησιού. Τα πάντα ήταν από κεχριμπάρι εκεί μέσα και μ’ ένα καλεμάκι απέσπασε τον οβολό του. Τώρα που θυμάμαι τις ιστορίες του βέβαια είχαν πάντα μια δόση παραμυθιού. Δεν πρέπει να ήταν τα πάντα αλήθεια, αλλά στα μάτια ενός παιδιού έτσι φαίνονταν κι έτσι θέλω να παραμείνουν. Ας μη γεράσουν και οι αναμνήσεις μου μαζί μου.

Με πόση ευκολία θυμάμαι το θαυμασμό στη φωνή του. Κάθε φορά που αράζανε στο νησί μας η πρώτη του στάση ήταν πάντα στο καφενείο όπου μ’ έψαχνε αδημονώντας να μου πει τα νέα του. Το πρόσωπό του έπαιρνε εκφράσεις ηδονής, λες κι έκανε έρωτα όποτε μιλούσε για τη θάλασσα. Πρώτα σταματούσε εκεί και ύστερα πήγαινε στο σπίτι της μαντάμ Ζορζέτ για ν’ αγοράσει κι εκεί λίγον έρωτα, απ’ το άλλο είδος. Εγώ ήμουν πάντα εκεί για να τον ακούω. Μέχρι βέβαια που μια χρονιά το σαπιοκάραβό τους προσάραξε χωρίς αυτόν. Δεν τον είχε καταπιεί η θάλασσα. Είχε πεθάνει στον ύπνο του. Δεν ξέρω αν τον πήγαν στο σπίτι του ή του έκαναν μια τελετή εκεί πάνω στο πλοίο που αγαπούσε και ύστερα τον άφησαν να κοιμηθεί με τη θάλασσα, την παντοτινή ερωμένη του. Το θέμα ήταν ότι τότε οι ιστορίες τελείωσαν.

Είχα σκοπό να γράψω κι εγώ τις δικές μου, αλλά από τη μία οι σπουδές, από την άλλη η δουλειά, ο στρατός, όλα αυτά, δεν βρήκα ποτέ την ευκαιρία να ταξιδέψω. Και τόσα χρόνια σαν ανόητος πίστευα ότι αυτό έφταιγε. Τώρα το βλέπω πως το λάθος ήταν δικό μου, πως έβρισκα δικαιολογίες γιατί φοβόμουν. Φοβόμουν να ζήσω. Και τι ιστορίες θ’ αφήσω πίσω μου πέρα από το κούνημα της καρέκλας στη βεράντα. Βαριέσαι και να το λες.

Σηκώθηκα κι έφτιαξα τα πράγματά μου. Έγραψα ένα σημείωμα και το άφησα στο τραπέζι. Δε φοβόμουν πια. Τα γόνατά μου δε με πονούσαν. Φόρεσα το σκουφί μου. Ήλπιζα να υπάρχει χρόνος. Έπρεπε να υπάρχει χρόνος. Στη μέση της ζωής μου θ’ άρχιζα να ζω.